Η μεγάλη σφαγή της Μακρονήσου (29 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 1948) (2ο μέρος)

(1ο μέρος)

Στο προηγούμενο post παρουσιάστηκε η κυβερνητική εκδοχή για τα αιματηρά γεγονότα που συνέβησαν στη Μακρόνησο την 29η Φεβρουαρίου και την 1η Μαρτίου 1948. Σύμφωνα με ανακοινώσεις του υπουργείου Στρατιωτικών οφείλονταν σε στάση που επιχείρησαν «οι ακραιφνείς κομμουνισταί» στρατιώτες – σκαπανείς του Α΄ Ειδικού Τάγματος Οπλιτών. Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική, όπως δείχνουν μαρτυρίες ατόμων που τα βίωσαν.

Το πρωί της Κυριακής 29 Φεβρουαρίου 1948 το προσκλητήριο στο Α΄ Ειδικό Τάγμα Μακρονήσου έγινε κανονικά και οι περίπου 4.500 σκαπανείς άρχισαν να συγκεντρώνονται στο γήπεδο. Στους λόχους είχαν μείνει μόνον οι ασθενείς, οι νερουλάδες, οι γραφείς και οι μάγειρες. Μετά την έπαρση της σημαίας οι στρατιώτες διατάχθηκαν να πάνε στο θέατρο, για να ακούσουν «θρησκευτική ομιλία».

Ενώ οι περισσότεροι λόχοι του τάγματος είχαν φθάσει στο θέατρο, οι αλφαμίτες έφεραν στο χώρο της συγκέντρωσης, σπρώχνοντας και δέρνοντας, φαντάρους που ήταν ελεύθεροι υπηρεσίας λόγω ασθενείας. Το γεγονός αυτό, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε την οργή των υπολοίπων στρατιωτών, οι οποίοι άρχισαν να διαμαρτύρονται.

Ο διοικητής του τάγματος Α. Βασιλόπουλος έλειπε εκείνη την ημέρα και τυπικά χρέη διοικητού είχε αναλάβει ο ανθυπολοχαγός Κωνσταντίνος Μπέσκος, αλλά ουσιαστικά ο υπασπιστής Καρδαράς. Αυτός, σύμφωνα με μαρτυρίες, ανταπάντησε στις διαμαρτυρίες των φαντάρων με πυροβολισμό στον αέρα που, απ’ ό,τι φαίνεται, ήταν το σύνθημα για να ξεκινήσει η αιματοχυσία. Αμέσως οι άνδρες του λόχου ασφαλείας (= οι φρουροί), οι οποίοι ήταν ακροβολισμένοι γύρω από το χώρο της συγκέντρωσης, άρχισαν να πυροβολούν στο ψαχνό. Οι νεκροί και οι τραυματίες έπεφταν σωρό, αν και κανείς δεν ξέρει τον ακριβή αριθμό τους. Λέγεται ότι σκοτώθηκαν 5 και τραυματίστηκαν 10.

Με την επέμβαση αξιωματικών που ενέπνεαν κάποιο σεβασμό στους κρατούμενους φαντάρους (όπως ο ταγματάρχης Καραμπέκιος) τα πράγματα ηρέμησαν κάπως. Ο διοικητής Βασιλόπουλος, που στο μεταξύ επέστρεψε στο τάγμα, επιχείρησε να κερδίσει χρόνο: εγγυήθηκε την προσωπική ασφάλεια των στρατιωτών και δέχθηκε τα αιτήματά τους. (Να εξετασθούν τα γεγονότα από διακομματική επιτροπή, να διαλευκανθεί πλήρως η υπόθεση και να τιμωρηθούν παραδειγματικά οι ένοχοι της σφαγής.)

Όταν ξημέρωσε η 1η Μαρτίου, νεκρική σιγή επικρατούσε σ’ ολόκληρο το στρατόπεδο. Θα ’ταν εννιά η ώρα το πρωί, όταν στην ακτή όπου βρισκόταν ο καταυλισμός του Α΄ Ειδικού Τάγματος εμφανίστηκε να παραπλέει ένα περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού. Στο κατάστρωμά του είχαν παραταχθεί ένοπλοι ναύτες. Λίγα λεπτά αργότερα ακούστηκε μια φωνή από τον τηλεβόα (Ευάγγελος Μαχαίρας, «Πίσω από το Γαλανόλευκο Παραπέτασμα», εκδόσεις «Παρασκήνιο», σ.σ. 290 – 291):

«Στρατιώται, σας ομιλεί ο συνταγματάρχης Μπαϊρακτάρης. Συλλάβετε και απομονώσατε τους δολοφόνους που δημιούργησαν τα χθεσινά γεγονότα. Αποδοκιμάστε τους αρχηγούς σας και συγκεντρωθείτε εις τον 7ον λόχον». Το μήνυμα αυτό επαναλήφθηκε μερικές φορές ακόμα, κάθε φορά περισσότερο απειλητικό: « Σας δίνω», απειλούσε ο Μπαϊρακτάρης, « 5 λεπτά προθεσμία να αποχωριστείτε από τους κομμουνιστάς …». Και στη συνέχεια άρχισε να μετρά αντίστροφα: « τρία λεπτά, δύο λεπτά» ( Ν. Μάργαρης, «Ιστορία της Μακρονήσου», εκδόσεις «Δωρικός», τόμος Β΄, σ. 34).

Σε λίγο άρχισε η επίθεση των φρουρών. Οι νεκροί έπεφταν σωρό. Ορισμένοι από τους πιο τολμηρούς του άοπλου τάγματος άρχισαν να αμύνονται απαντώντας στις σφαίρες με πέτρες. Ύστερα γίνηκαν περισσότεροι και σε λίγο όλο το τάγμα ξεκίνησε μια μάχη χωρίς ελπίδα πετροβολώντας τους φρουρούς και υποχωρώντας συνεχώς προς τη μεριά της θάλασσας. Όταν έφθασαν εκεί, εκατοντάδες έπεσαν στο νερό (Ευάγγελος Μαχαίρας, ό. π., σ. 292).

Και τότε συνέβηκε κάτι που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί. Το περιπολικό του Πολεμικού Ναυτικού άρχισε να πυροβολεί εναντίον όσων βρίσκονταν στη θάλασσα. «Εκεί», γράφει ένας αυτόπτης μάρτυρας, « γίναμε όλοι ένα κουβάρι. Κάποιος φώναξε να ψάλουμε τον Εθνικό Ύμνο. Δε θα ξεχάσω τις φωνές μας. Έκοβαν τις λέξεις μια – μια με μια φωνή σα μαχαίρι. Στεκόμαστε όλοι προσοχή, αλληλοβασταζόμενοι με τους τραυματίες. Δυστυχώς, ούτε και με τον Εθνικό Ύμνο έπαψαν οι πυροβολισμοί» (Γιώργος Δ. Γιαννόπουλος, «Μακρόνησος: μαρτυρίες ενός φοιτητή 1947 – 1950», εκδόσεις Βιβλιόραμα, σ. 77).

Κάποια στιγμή τελείωσε το αιματοκύλισμα και άρχισε η περισυλλογή των νεκρών. 12 σκαπανείς συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στις στρατιωτικές φυλακές ως αρχηγοί της δήθεν εξέγερσης και 142 συνελήφθησαν ως πρωταίτιοι. Τέλος, 700 μετατέθηκαν στο Γ΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών.

Ο αθηναϊκός τύπος δημοσίευε την εκδοχή της τότε κυβέρνησης για τους νεκρούς και τους τραυματίες στη Μακρόνησο κατά το διήμερο 29 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 1948.  Όμως ο γιατρός του Α΄ Τάγματος Λ. Γεωργιλάκος, πολλά χρόνια αργότερα, βεβαίωσε ότι ο ίδιος πιστοποίησε το θάνατο 180 σκαπανέων, τους οποίους η διοίκηση του στρατοπέδου και τα όργανά της φόρτωσαν στο αμπάρι ενός καϊκιού.  Ο καπετάνιος του καϊκιού Μ. Βονταμίτης, πριν πεθάνει, σε μαρτυρία του έκανε λόγο για 350 νεκρούς που τους μετέφερε (κατόπιν εξαναγκασμού του από τη διοίκηση του στρατοπέδου) με δρομολόγια μακριά στον Κάβο Ντόρο, στο ξερονήσι Σαν Τζιόρτζιο, όπου περίμενε πολεμικό πλοίο (Φ. Γελαδόπουλος, « Μακρόνησος – Η μεγάλη σφαγή του 1948», εκδόσεις «Αλφειός», σ.σ. 182 και 190 – 191).

 

Βασική πηγή για τη σύνθεση του κειμένου ήταν ένα δημοσίευμα της εφημερίδας ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ (φύλλο της 23ης Μαρτίου 2008) με τίτλο «ΜΑΚΡΟΝΗΣΟΣ. Εξήντα χρόνια από τη μεγάλη σφαγή»  

makronisos89

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s