«Χαιρέτα μου τον πλάτανο»

   Αντιγράφω από ένα δημοσίευμα του ΣΚΡΙΠ (φύλλο της 8ης Νοεμβρίου 1913) με τίτλο «Ο θρήνος των μνημείων»:

   «Νύχτα. Εις το άλσος του Ζαππείου δεν φαίνεται ανθρώπου σκιά. Οι στύλοι του Ολυμπίου Διός από την πλατείαν του Ζαππείου φαίνονται μέσα εις το σκότος ως απολιθωμένοι γίγαντες. Έξαφνα ακούεται μία φωνή. Είναι του Πανοράματος.—– (ΠΑΝΟΡΑΜΑ): « Φίλε Μεντρεσέεεε, κοιμάσαι ;»

-(ΜΕΝΤΡΕΣΕΣ): «Όχι», απαντά από μακράν ο Μεντρεσές. «Κλαίω και οδύρομαι.»

-(ΠΑΝΟΡΑΜΑ) : «Διατί;»

-(ΜΕΝΤΡΕΣΕΣ): «Διά την μοίραν μας»

-(ΠΑΝΟΡΑΜΑ): «Αλλοίμονον… τι σκληρά πραγματικότης να καταστρέψουν εμάς τα αθάνατα.»

-(ΜΕΝΤΡΕΣΕΣ) (συμπληρώνων): «και ευώδη μνημεία. Οι άνθρωποι των Αθηνών έπαυσαν να σκέπτωνται καλά. Εσήκωσαν μύτη…»

-(ΠΑΝΟΡΑΜΑ): «Ούτε βλέπουν κιόλας. Είναι θεόστραβοι.»

-(ΜΕΝΤΡΕΣΕΣ): «Οποία αδικία· θα διαμαρτυρηθώ. Με καταστρέφουν πριν προφθάσω να ιδώ τα νέα μνημεία.» ( Ο Μεντρεσές κλαίει.)

-(ΠΑΝΟΡΑΜΑ) (φιλοσοφικώς): «Πόσον κακοί είναι οι άνθρωποι, αλλοίμονον.»

Ο Μεντρεσές ακούεται από μακριά μουρμουρίζων:

«Σε λίγο, αλλοίμονον, θα με κατεδαφίσουν

και εις την ράχη μου ένα τζαμί θα χτίσουν.»

   Ο διάλογος αυτός είναι ακατανόητος στους περισσότερους αναγνώστες. Γι’ αυτό θα δώσω τα «στοιχεία ταυτότητος» των προσωποποιημένων μνημείων.

   Το «Πανόραμα» ήταν ένα κυκλικό οικοδόμημα τεραστίων διαστάσεων που βρισκόταν δίπλα στον Ιλισό ποταμό και ακριβώς μπροστά από το Παναθηναϊκό Στάδιο. Ανεγέρθηκε το 1895 και λειτουργούσε ως κέντρο διασκέδασης. Βασικός μέτοχος της επιχείρησης ήταν ο αυλικός Νικόλαος Θων. Ήδη από το 1905 ο τύπος (ΣΚΡΙΠ, φύλλα της 11ης Νοεμβρίου και της 12ης Δεκεμβρίου 1905) εκφράζοντας την κοινή γνώμη τόνιζε την ανάγκη να κατεδαφιστεί «το τερατούργημα» αυτό, το οποίο υποβάθμιζε τον περιβάλλοντα χώρο του Ζαππείου, του Παναθηναϊκού Σταδίου και του Αρδηττού. Ο ιδιοκτήτης του όμως και οι κληρονόμοι του, προσφεύγοντας στα δικαστήρια, πετύχαιναν για χρόνια την αναστολή της κατεδάφισης. Τελικά το κτίριο κατεδαφίστηκε το 1921 και έτσι διαμορφώθηκε αργότερα η λεωφόρος Βασιλέως Κωνσταντίνου.

   Ο «Μεντρεσές» έχει μεγαλύτερη ιστορία. Χτίστηκε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας στην Πλάκα, βόρεια από το «Ρολόι του Κυρρήστου», και αρχικά λειτούργησε ως ιεροδιδασκαλείο (εξ ου και το όνομά του). Κατά την εποχή του Όθωνα και τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου Α χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή βαρυποινιτών και πολιτικών κρατουμένων (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 18ης Ιουλίου 1953).Στην εσωτερική αυλή της φυλακής υπήρχε ένας αιωνόβιος πλάτανος, από τους κλώνους του οποίου γίνονταν απαγχονισμοί των καταδικασμένων σε θάνατο. Ο χοντρός κορμός του ήταν σκαλισμένος με ονόματα κατάδικων και με στίχους. Κάποιος φυλακισμένος είχε την υπομονή να χαράξει ένα ολόκληρο τετράστιχο, το οποίο έχει διασωθεί σε γραπτές πηγές:

Του Μεντρεσέ ο πλάτανος

έχει διπλό τον κλώνο·

ο ένας λέει ισόβια,

ο άλλος, λαιμητόμο.

   Λαϊκό και άτεχνο βέβαια το τετράστιχο αυτό, αλλά πόση φιλοσοφική διάθεση και πόση πίκρα έκρυβε. Ο πλάτανος κόπηκε κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1860, λίγα χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 13ης Σεπτεμβρίου 1969). Έτσι εκπληρώθηκε η πρόβλεψη του επαναστάτη ποιητή Αχιλλέα Παράσχου, ο οποίος κρατήθηκε για λίγο καιρό στη φυλακή του Μεντρεσέ και μετά την αποφυλάκισή του έγραψε το 1861 ένα σχετικό ποίημα:

Ω πλάτανε του Μενδρεσέ, στοιχείο καταραμένο,

της τυραννίας τρόπαιο, σε φυλακή υψωμένο.

Συμμάζωξε τα φύλλα σου τα δακρυραντισμένα

να ιδώ κομμάτι ουρανό και τ’ άστρα τα καημένα.

Αν είσαι δέντρο σπλαχνικό, ανθρώπους μη μιμείσαι.

Μη δεσμοφύλακας και συ ωσάν εκείνους είσαι;

Θα έρθει η ώρα, πλάτανε, της χώρας μας Βαστίλη,

που ξυλοκόπους η οργή του Έθνους θα σε στείλει,

και πέλεκυς στη ρίζα σου ελεύθερα θ’ αστράψει.

Δεν θα σε φαν γεράματα, φωτιά δεν θα σε κάψει

και γύρω θα χορέψομε στη στάχτη σου την κρύα

εμείς, που θάφτει σήμερα εδώ η τυραννία.

   Μεγάλο τμήμα του «Μεντρεσέ» κατεδαφίστηκε για τη διευκόλυνση των αρχαιολογικών ερευνών στην περιοχή της Πλάκας το 1914. Από το σύμβολο αυτό της Βαυαροκρατίας απέμειναν δυο πράγματα:

  1. η κύρια είσοδος της φυλακής βόρεια του «ρολογιού του Κυρρήστου» και ο περίβολος και
  2. η παροιμιώδης φράση «Χαιρέτα μου τον πλάτανο». Έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις για την προέλευσή της. Λένε ότι την έλεγαν οι θανατοποινίτες, όταν οδηγούνταν στην αυλή της φυλακής, για να απαγχονιστούν. Το πιθανότερο είναι ότι τη φώναζαν οι αποφυλακισμένοι, όταν περνούσαν έξω από τον περίβολο της φυλακής, απευθυνόμενοι στους πρώην συγκρατούμενούς τους.

MENDRESSES1860

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s