Οι φόροι, οι καπνικάρηδες και η Καπνικαρέα

   Κατά τα τελευταία χρόνια βασική πηγή των δημόσιων εσόδων δεν είναι (όπως θα έπρεπε) ο φόρος επί του πραγματικού εισοδήματος των φορολογουμένων, αλλά οι εισπράξεις από τα κάθε λογής τεκμήρια που σοφίζονται οι αρμόδιοι του υπουργείου των Οικονομικών. Έτσι θεωρείται τεκμήριο πλούτου για τους πολύτεκνους η απόκτηση πολλών παιδιών, για τους άνεργους το αυτοκινητάκι που τους κληροδότησε ο πατέρας τους, για τους έγγαμους η σύναψη γάμου, για τους πολίτες οι οποίοι είναι κάτω από τα όρια της φτώχειας η κατοχή μιας γκαρσονιέρας , ακόμα κι αν αυτή δεν τους αποφέρει κανένα εισόδημα. Η σύγχρονη φορολογική πολιτική σε συνδυασμό με όσα διαδίδονταν τον παρελθόντα χειμώνα ότι θα επιβαλλόταν «φόρος τζακιών» για την αντιμετώπιση του προβλήματος της αιθαλομίχλης αποτέλεσαν την αφόρμηση για τη σύνθεση του σημερινού post.

    Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Τσιμισκής (925 – 976) είχε αδειάσει τα κρατικά ταμεία λόγω των συνεχών πολέμων που έκανε. Επειδή χρειαζόταν χρήματα για τη συνέχισή τους, οι σύμβουλοί του σκέφτηκαν να επιβάλουν το φόρο «των καπνοδόχων». Ο κάθε οικογενειάρχης φορολογείτο ανάλογα με τον αριθμό των τζακιών που είχε στο σπίτι του, τα οποία – κατά τις εκτιμήσεις των κρατικών υπαλλήλων- αποτελούσαν τεκμήρια πλούτου. Η φορολογία αυτού του είδους προκάλεσε αναβρασμό σε ολόκληρη την αυτοκρατορία, αλλά ο αυτοκράτορας ήταν ανένδοτος στην κατάργησή της. Τότε πολλοί Βυζαντινοί σοφίστηκαν διάφορους τρόπους, για να αποφύγουν την καταβολή του άδικου αυτού φόρου. Έκρυβαν, λοιπόν, τις καπνοδόχους του σπιτιού τους με διακοσμητικά τοιχία ή με άλλες κατασκευές. Οι οικονομικές υπηρεσίες όμως, για να συλλάβουν τους φοροφυγάδες, συγκρότησαν ειδικό σώμα εφοριακών, οι οποίοι είχαν ως αποστολή να γυρίζουν στους δρόμους των πόλεων και των χωριών και να καταγράφουν τον αριθμό των καπνοδόχων κάθε σπιτιού, ώστε να καθοριστεί ο αναλογών φόρος σε κάθε ιδιοκτήτη.

    Οι εφοριακοί οι εντεταλμένοι με τον υπολογισμό του «καπνικού φόρου» ονομάζονταν «καπνικάριοι» και οι τόποι όπου συγκεντρώνονταν ή διέμεναν λέγονταν «καπνικαρέαι». Με τα δεδομένα ότι ο φόρος αυτός διατηρήθηκε και μετά το θάνατο του Ιωάννη Τσιμισκή και ότι ο βυζαντινός ναΐσκος «των Εισοδίων της Θεοτόκου», που βρίσκεται στην οδό Ερμού, χρονολογείται από τον 11ο αιώνα (περίπου από το 1050) εικάζουμε ότι ονομάστηκε «Καπνικαρέα», γιατί χτίστηκε από κάποιον «καπνικάριο» των Αθηνών. Την άποψη αυτή την εξέφρασε ο αθηναιογράφος Δημήτριος Καμπούρογλου (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 18ης Οκτωβρίου 1969). Από την ονομασία του βυζαντινού ναού ονομάστηκε και η γύρω περιοχή.

 

Σημείωση 1η : βασικές πηγές για τη σύνταξη του post ήταν το έργο του Α. Α. Βασίλιεφ «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (324 – 1453)», εκδοτικός οργανισμός ΠΑΠΥΡΟΣ, και δημοσίευμα της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 14ης Ιουλίου 1979.

 

Σημείωση 2η : ο Κωνσταντίνος Ζησίου, διαπρεπής φιλόλογος του 19ου αιώνα και ειδικός στην ανάγνωση αρχαίων επιγραφών, βρήκε γραμμένο σ’ ένα λειτουργικό βιβλίο, χρονολογούμενο από το 16ο αιώνα, ένα σημείωμα, όπου ο ναΐσκος της οδού Ερμού αναφερόταν και ως «Καπνικαρέα» και ως «Καμουχαρέα». Ίσως το δεύτερο όνομα του ναού να είναι παράγωγο της λέξης «καμουχάς» (=χρυσοΰφαντο πολυτελές ύφασμα). (Εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 4ης Οκτωβρίου 1949). Ενδεχομένως, λοιπόν, στην περιοχή να υπήρχαν επί Τουρκοκρατίας εργαστήρια- υφαντουργεία μεταξωτών υφασμάτων και από αυτά να προήλθε το τοπωνύμιο «Καμουχαρέα», το οποίο με παραφθορά έγινε «Καπνικαρέα».

 

Image

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s