Η παράνομη έκδοση από την Ελλάδα Γερμανού πολιτικού το 1895

    Το 1893 η κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη αναγκάστηκε να κηρύξει πτώχευση της χώρας λόγω της εσφαλμένης οικονομικής  πολιτικής που εφαρμόστηκε κατά τη δωδεκαετία 1882 – 1893. Δυο χρόνια αργότερα η κυβέρνηση του Θεόδωρου Δηλιγιάννη έδειξε  δουλοπρέπεια και ενδοτισμό στις γερμανικές απαιτήσεις αναγκαζόμενη- κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, του ελληνικού συντάγματος και της ελληνικής ποινικής δικονομίας-  να εκδώσει στη Γερμανία ένα Γερμανό πολιτικό και δημοσιογράφο, ο οποίος κατηγορείτο για υπεξαίρεση και πλαστογραφία. Στο γεγονός αυτό θα αναφερθώ στο σημερινό post.

Στα τέλη του 19ου αιώνα ένας από τους κορυφαίους Γερμανούς πολιτικούς ήταν ο Γουλιέλμος Χαμμερστάιν (Wilhelm Joachim Baron von Hammerstein). Ήταν βαρόνος πρωσικής καταγωγής, αρχηγός του γερμανικού συντηρητικού κόμματος και βουλευτής, διευθυντής επί 14 χρόνια της «Εφημερίδος του Σταυρού», η οποία υποστήριζε τα συμφέροντα των γαιοκτημόνων, και φίλος, όπως έλεγε, του τότε Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου. Αν και εμφανιζόταν ως υπερασπιστής της ηθικής και της τάξεως, ήταν άνθρωπος χαλαρής συνείδησης. Δωροδοκούνταν από μεγαλογαιοκτήμονες, για να τους κάνει εκδουλεύσεις, και ενθυλάκωνε χρήματα από τα ταμεία της εφημερίδας που διηύθυνε (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 24ης Δεκεμβρίου 1895, αναδημοσίευση από τη γαλλική εφημερίδα FIGARO).

«Ο Τύπος της Φραγκφούρτης» ήταν το πρώτο έντυπο που διατύπωσε βαριές κατηγορίες εναντίον του πανίσχυρου συντηρητικού πολιτικού. Κατηγορούσε τον Χαμμερστάιν κυρίως ότι είχε υπεξαιρέσει 120.000 μάρκα από τα ταμεία της εφημερίδας που διηύθυνε. Αυτός δεν πτοήθηκε απ’ όσα λέγονταν σε βάρος του και στις 4 Ιουλίου 1895 αναχώρησε από το Βερολίνο για ταξίδι αναψυχής. Τρεις μέρες αργότερα ανακοινώθηκε από την «Εφημερίδα του Σταυρού» ότι είχε ήδη παυθεί τόσο από τη θέση του αρχισυντάκτη όσο και από αυτή του διευθυντή. Παράλληλα έχασε και τη βουλευτική του έδρα και άρχισαν να αποκαλύπτονται το ένα μετά το άλλο διάφορα σκάνδαλα, στα οποία είχε εμπλακεί. Συγκεκριμένα ότι είχε πλαστογραφήσει συναλλαγματικές και ότι είχε δανειστεί μεγάλα χρηματικά ποσά από οικονομικούς παράγοντες της παράταξής του χωρίς όμως να τους τα επιστρέψει. Όπως ήταν φυσικό, διατυπώθηκε από τις γερμανικές δικαστικές αρχές κατηγορητήριο εναντίον του (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 24ης Δεκεμβρίου 1895. Η εφημερίδα αναδημοσίευε ειδήσεις, οι οποίες είχαν δημοσιευθεί στον « Νέο Ελεύθερο Τύπο» της Βιέννης).

Ο ευρωπαϊκός τύπος βοούσε για την υπόθεση αυτή και κυρίως για την κωλυσιεργία των γερμανικών δικαστικών αρχών για τη δίωξή του. Μια ελληνική εφημερίδα έγραφε: «Ουδέν ένταλμα εξεδόθη, καίτοι παρήλθον τέσσαρες εβδομάδες από της επιδόσεως της κατ’ αυτού κατηγορίας. Βεβαιούται ότι η Εισαγγελία του Βερολίνου, ενδίδουσα εις υψηλάς επιρροάς, εις ουδέν διάβημα κατά του εγκληματίου θα προβή. Ο βαρόνος Χαμερστάιν κατέχει έγγραφα δυνάμενα να εκθέσωσι πρόσωπα εις στενωτάτας προς την αυλήν διατελούντα σχέσεις[…]. Εν τη αυτοκρατορουμένη Γερμανία προστατεύονται ανεγνωρισμένοι εγκληματίαι, διότι …φοβούνται τα σκάνδαλα» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 15ης Σεπτεμβρίου 1895). Όμως το γεγονός ότι μια γερμανική εφημερίδα, φίλα προσκείμενη στους σοσιαλιστές, απειλούσε να αποκαλύψει στοιχεία που αποδείκνυαν τα εγκλήματα του Γερμανού συντηρητικού πολιτικού, θορύβησε τους αυτοκρατορικούς κύκλους και έτσι επιταχύνθηκαν οι διαδικασίες για τη σύλληψή του.

Ο βαρόνος από την Αγγλία όπου βρισκόταν κατέφυγε στο Τιρόλο και από εκεί έστειλε επιστολή σε εφημερίδα της Βιέννης αρνούμενος τα αποδιδόμενα σ’ αυτόν εγκλήματα και ισχυριζόμενος ότι τα χρήματα της «Εφημερίδος του Σταυρού», τα οποία κατηγορείτο ότι καταχράστηκε, τα παρέδωσε στον Σταίκερ, ιερέα διαμαρτυρόμενο και πρώην ιεροκήρυκα στην Αυλή. Πρόσθετε μάλιστα ότι είχε στα χέρια του την απόδειξη παραλαβής των χρημάτων υπογεγραμμένη από τον ιερέα.

Οι γερμανικές διωκτικές αρχές καταζητούσαν τον Χαμμερστάιν στην Αυστραλία και στη Νότια Αμερική (συγκεκριμένα στη Χιλή), αυτός όμως δεν το «είχε κουνήσει» από την Ευρώπη, νομίζοντας ότι δεν θα συλληφθεί. Όταν όμως συνειδητοποίησε ότι κινδύνευε να οδηγηθεί στη φυλακή, κατέφυγε στην Ελλάδα. Έτσι άρχισε η εμπλοκή της χώρας στην υπόθεση αυτή.

Ο Χαμμερστάιν στην Αθήνα έμενε σ’ ένα ξενοδοχείο της οδού Σταδίου χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο «Δόκτωρ Γουλιέλμος Έρβερτ». Μάλιστα σύχναζε στη γερμανική λέσχη Αθηνών (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 24ης Δεκεμβρίου 1895). Έτσι οι γερμανικές διωκτικές και δικαστικές αρχές είχαν πληροφορηθεί τη χώρα καταφυγής του και ενεργοποιήθηκαν για την έκδοσή του. Ο πρεσβευτής της Γερμανίας κάλεσε νυχτιάτικα στην κατοικία του τον τότε υπουργό των Εξωτερικών Αλέξανδρο Σκουζέ, υποχρεώνοντάς τον να εγκαταλείψει άρον – άρον τη χοροεσπερίδα, όπου βρισκόταν, και απαίτησε την άμεση σύλληψη του καταζητούμενου βαρόνου και την έκδοσή του στη Γερμανία. Σημειωτέον ότι τότε μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας δεν υπήρχε σύμβαση αμοιβαίας έκδοσης εγκληματιών ή κάποια συμφωνία, στην οποία θα μπορούσε να στηριχτεί η έκδοση του Χαμμερστάιν. Οι αρχικές διπλωματικές πιέσεις που δέχτηκε η ελληνική κυβέρνηση μετατράπηκαν σε άμεσες απειλές, για να καμφθούν οι επιφυλάξεις της και να ικανοποιηθεί το γερμανικό αίτημα.

Την επόμενη μέρα κουστωδία χωροφυλάκων συνέλαβε τον καταζητούμενο στο κρεβάτι του ξενοδοχείου όπου διέμενε. Το περιοδικό «Χριστουγεννιάτικα Ολύμπια» στο τεύχος του της 24ης Δεκεμβρίου 1895 δημοσίευσε εικόνες από τη σύλληψή του (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 23ης Δεκεμβρίου 1895).

Επειδή υπήρχε ενδεχόμενο να εκδηλωθούν λαϊκές αντιδράσεις, η κυβέρνηση Δηλιγιάννη χαρακτήρισε το συντηρητικό Γερμανό βαρόνο ως «επικίνδυνο διά την δημοσίαν τάξιν» (δηλαδή αναρχικό ) και αποφάσισε την απέλασή του από τη χώρα. Αστυνομικά όργανα τον μετέφεραν στον Πειραιά και τον επιβίβασαν στο ατμόπλοιο  «Πελόρο» με προορισμό το Μπρίντιζι της Ιταλίας («Ο Μικρός Ρωμηός», ηλεκτρονική εφημερίδα για την Αθήνα του Μουσείου της πόλεως των Αθηνών. Ιδρύματος Βούρου – Ευταξία).

Μόλις το πλοίο κατέπλευσε στο ιταλικό λιμάνι, ο απελαθείς συνελήφθη από την ιταλική αστυνομία και κλείστηκε στη φυλακή. Μεταξύ Ιταλίας και Γερμανίας υπήρχε σύμβαση αμοιβαίας έκδοσης εγκληματιών και μάλιστα σε περιπτώσεις υπεξαίρεσης άνω των 1.000 φράγκων (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 27ης Δεκεμβρίου 1895). Έτσι ο Χαμμερστάιν έφθασε δέσμιος στο Βερολίνο την 22α Δεκεμβρίου 1895.

Στο μεταξύ στην Αθήνα εκδηλώθηκαν αντιδράσεις για τον κυβερνητικό ενδοτισμό. Ο βασιλιάς Γεώργιος εξέφρασε τη δυσφορία του για το διπλωματικό χειρισμό του ζητήματος (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 19ης Δεκεμβρίου 1895). Ακόμη η πλειονότητα των δηλιγιαννικών βουλευτών έπνεε μένεα κατά του υπουργού των Εξωτερικών. «Μας εβεβαίωσαν ότι προχθές εις την πολιτικήν εσπερίδα του κ. Μαυρομιχάλη οι περισσότεροι βουλευταί ερρίχθηκαν στα γερά του κ. Σκουζέ επί τη εμφανίσει του. Ο κ. Υπουργός των Εξωτερικών έλεγεν εμπιστευτικώς ότι η έκδοσις του Χαμερστάιν εγένετο, διότι θα ηυχαριστείτο  πολύ ο Αυτοκράτωρ της Γερμανίας, τον οποίον ουχί άπαξ είχε πειράξει ο Χαμερστάιν», έγραφε ένας δημοσιογράφος του ΣΚΡΙΠ στο φύλλο της 23ης Δεκεμβρίου 1895. Πράγματι  ο Γερμανός αυτοκράτορας εξέφρασε τη χαρά του, όταν έμαθε τη σύλληψη του καταζητούμενου βαρόνου, «ενός ανδρός περιαγαγόντος εις ανυποληψία το συντηρητικόν κόμμα και δόντος αφορμήν εις τους σοσιαλιστάς να εμπαίζωσι τους ανορθωτάς της ηθικής και του νόμου» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 27ης Δεκεμβρίου 1895). Μάλιστα έσπευσε να συγχαρεί τον υπουργό των Εξωτερικών της χώρας του για την επιδεξιότητα με την οποία η γερμανική πρεσβεία των Αθηνών κατόρθωσε να πετύχει την απέλαση του Χαμμερστάιν.

Ο νομικός κόσμος της Ελλάδας ήταν αντίθετος με την απέλαση (ουσιαστικά έκδοση) του Γερμανού καταζητούμενου πολιτικού. Και τούτο γιατί στο άρθρο 4 της ελληνικής ποινικής δικονομίας αναφερόταν ότι με ιδιαίτερο νόμο θα καθορίζονταν οι περιπτώσεις και ο τρόπος με τον οποίον θα γινόταν η παράδοση σε ξένες δικαστικές αρχές αλλοδαπών για κακουργήματα που είχαν διαπράξει στην αλλοδαπή. Αλλά εκτός του διατάγματος της 4ης Φεβρουαρίου 1834 «περί ληστειών και άλλων κακουργημάτων πραττομένων εν τω Τουρκικώ κράτει», το οποίο είχε ισχύ νόμου, δεν είχε εκδοθεί κατά το 19ο αιώνα άλλος νόμος που να ρυθμίζει τα της εκδόσεως αλλοδαπών κακοποιών. Είχε ψηφιστεί μόνο σύμβαση με την ιταλική κυβέρνηση «περί αμοιβαίας αποδόσεως εγκληματιών» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 20ης Δεκεμβρίου 1895).

Στη συντριπτική τους πλειονότητα οι αθηναϊκές εφημερίδες εξαπέλυαν μύδρους κατά της κυβέρνησης Δηλιγιάννη. «Η έκδοσις υπήρξε πράξις άνανδρος και δουλόφρων», έγραψε ο Θέμος Άννινος στην εφημερίδα «Το Άστυ», αποδίδοντας στον υπουργό των Εξωτερικών το παρατσούκλι «Φον δερ Σκουζές». Ο σατιρικός Τύπος έκανε λόγο για αντισυνταγματική ενέργεια και υποστήριζε πως στην Ελλάδα βάσει του Συντάγματος είναι ελεύθερος «άμα πατήση το έδαφος αυτής ως και αυτός ο πουλημένος δούλος». Τα δίστιχα «έδιναν και έπαιρναν». Να ένα από αυτά:

Το Σύνταγμα είναι μάνδρα που την φυλάγουν όλοι,

και την καταπατούνε οι κύριοι μαργιόλοι.

(Ο Μικρός Ρωμηός, ό.π.)

    Στόχος χλευαστικών σχολίων είχε γίνει και ο Γερμανός πρέσβης, ο οποίος δήλωνε ότι « ο παραδοθείς βαρόνος αφήκε κατά την παραμονή του εις τας Αθήνας τινά χρέη, τα οποία η ενταύθα γερμανική πρεσβεία θα πληρώση» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 19ης Δεκεμβρίου 1895).

Η απέλαση του Χαμμερστάιν είχε αντίκτυπο και στο εξωτερικό. Η «Γενική Εφημερίς» της Βιέννης αποδοκίμαζε τις ιδέες και τη συμπεριφορά του Γερμανού βαρόνου, αλλά κυρίως καυτηρίαζε τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Μεταξύ άλλων έγραφε: « Τα βήματά του έστρεψε προς την κλασικήν χώραν της ελευθερίας, την παραγαγούσαν τον Περικλέα, προς την χώραν, ήτις σήμερον δεν συνδέεται προς την Γερμανίαν διά συνθήκης περί εκδόσεως. Δευτέραν πατρίδα ανεζήτησεν υπό τον αιωνίως αίθριον ουρανόν εν μέσω των ερειπίων της παλαιάς τέχνης[…]. Αλλά άλλαι μεν βουλαί Χαμμερστάιν, άλλα δε αστυνομία κελεύει […]. Το είδωλον των Πρώσσων αντιδραστικών προσεκλήθη υπό της ελληνικής κυβερνήσεως ν’ αποτινάξη εκ των σανδαλίων του τον κονιορτόν της Ακροπόλεως […].Η ελληνική κυβέρνησις, υποκινήσει του Γερμανού πρέσβεως, εκήρυξε τον πρωταθλητήν εν τω αγώνι κατά των ανατρεπτικών στοιχείων επικίνδυνον αναρχικόν και απηγόρευσεν αυτώ την διατριβήν (= την παραμονή) εν τη Ελλάδι» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 27ης Δεκεμβρίου 1895).

Τον Απρίλιο του 1896 ο Χαμμερστάιν δικάστηκε στη Γερμανία και καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση. Όμως η υπόθεση αυτή είχε και συνέχεια. Μια αντιδραστική γερμανική οργάνωση, ο «Ερυθρός Αετός», «έσπευσε να ανταμείψει την πρόθυμον σύμπραξιν του υπουργού των Εξωτερικών Α. Σκουζέ» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 13ης Απριλίου 1914).

Αργότερα η Γαλλία, ζητώντας την απέλαση ενός φυγόδικου που είχε καταφύγει στην Ελλάδα, επικαλέστηκε το προηγούμενον του Γερμανού βαρόνου. «Και τότε επεβιβάσαμεν τον Γάλλον φυγόδικον επί ατμοπλοίου, τον οποίον ανέμενεν η σύλληψις εις τον πρώτον λιμένα, δι’ ο (= γι’ αυτό) ούτος επροτίμησε να βυθισθή εις τα ύδατα του Αιγαίου» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 3ης Φεβρουαρίου 1904).   

Σκουζές

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s