Η παράδοση της μίζας στους στρατιωτικούς εξοπλισμούς

    Μετά την πτώχευση του 1893 και την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, εξαιτίας της οποίας η χώρα έπρεπε να πληρώσει ως πολεμική αποζημίωση στην Τουρκία το υπέρογκο ποσό των 92.000.000 δραχμών, επιβλήθηκε στην Ελλάδα ο Διεθνής Οικονομικός Έλεγχος. Εκπρόσωποι έξι δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Ρωσίας και Ιταλίας) ανέλαβαν τη διαχείριση βασικών κρατικών εσόδων και επέβαλαν «αιματηρές» οικονομίες, ώστε να καταστεί δυνατή η αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους. Παρά ταύτα και τότε συνεχίστηκε η διασπάθιση του δημόσιου χρήματος κυρίως μέσω του συστήματος των στρατιωτικών προμηθειών. Με αφορμή ένα τέτοιο σκάνδαλο που έγινε γνωστό το 1898 ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ (φύλλο της 28ης Σεπτεμβρίου 1898) αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό. Το κείμενό του έχει αξία, γιατί θίγει ένα θέμα, το οποίο ταλάνισε και ταλανίζει την ελληνική κοινωνία επί δύο αιώνες.

ΑΙ ΠΡΟΜΗΘΕΙΑΙ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ – ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΕΙΣ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΑΙ

Τα σκάνδαλα των προμηθειών. Πολλά λεπτά διά μηδαμινής αξίας πράγματα

    «Αφ’ ης υπήρξεν ελληνικός στρατός δεν εγένετο προμήθεια διά τας ανάγκας του χωρίς να ψιθυρισθούν και να κυκλοφορήσουν διαδόσεις περί σκανδάλων, περί παρανόμων κερδών, περί τεραστίων ζημιών του Δημοσίου. Και όχι μόνον αυτό· δεν εγένετο ουδέποτε προμήθεια στρατιωτικών ειδών, εκ του εξωτερικού κυρίως, χωρίς να επακολουθήσουν χίλια δυο παράπονα και διαμαρτυρίαι των στρατιωτικών σωμάτωνχωρίς να κατηγορηθούν ως ακατάλληλα τα προμηθευθέντα, ως ελεεινής ποιότητος και ελεεινοτέρας κατασκευής. Η εποχή του πολέμου έχει να επιδείξη τας μεγαλυτέρας τοιαύτας αισχροκερδείας. Αλλά και προ αυτής, και το λυπηρότερονκαι μετά τον πόλεμον, το κακόν δεν έπαυσεν υφιστάμενον. Αι αιχροκέρδειαι εξηκολούθησαν, σπείραι δε ωρισμένων ανθρώπων λυμαίνονται το χρήμα του δημοσίου. Γνωρίζομεν ασφαλώς ότι από τας προμηθείας του στρατού ζημιούνται ανυπολογίστως  το δημόσιον αφ’ ενός και ο στρατός εξ άλλου, ο οποίος ποτέ δεν αποκτά είδη στερεά, εκλεκτά, κατάλληλα διά τας ανάγκας, τας οποίας είναι προωρισμένα να θεραπεύσουν (=να εξυπηρετήσουν), αλλά αποκτά πάντοτε παλιοσαβούρες, πράγματα διαρκείας ρόδων ανοίξεως, είδη κάθε άλλο παρά αντισταθμίζοντα τα χοντρά ποσά, τα οποία δίδει το κράτος προς απόκτησίν των».

Ακολούθως ο δημοσιογράφος αναφερόταν στον τρόπο με τον οποίο γίνονταν κατά τα τέλη του 19ου αιώνα οι στρατιωτικές προμήθειες, που έδινε τη δυνατότητα σε ανώτερους αξιωματικούς, οι οποίοι υπηρετούσαν σε νευραλγικές θέσεις στο υπουργείο Στρατιωτικών, να καρπώνονται μεγάλα χρηματικά ποσά συνεργαζόμενοι με ξένους προμηθευτές. Έγραφε συγκεκριμένα:

     « Όσοι παρακολουθούν τα συμβαίνοντα δεν είναι δυνατόν παρά να μένουν έκπληκτοι  με τον τρόπον της διεξαγωγής των εκάστοτε  δημοπρασιών εν τω υπουργείω των Στρατιωτικών και να θαυμάζουν  με την απλοϊκότητα(= την αφέλεια) των κατά καιρούς Υπουργών, οι οποίοι δεν βλέπουν τας συνεχείς ταύτας αφαιμάξεις του Κεντρικού (= του Δημόσιου) Ταμείου. Υπάρχουν εις το υπουργείον άνθρωποι, οι οποίοι μόνον προορισμόν έχουν να κρατούν ενήμερους τους προμηθευτάς περί των αναγκών του στρατού καθώς και περί των μελετωμένων δημοπρασιών και των όρων αυτών λεπτομερώς, πολλούς μήνας προτού αποφασισθή μια ωρισμένη προμήθεια. Οι προμηθευταί ειδοποιούμενοι ούτως (= έτσι) εγκαίρως λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα: συνεννοούνται με τα εν Ευρώπη καταστήματα ,  παραγγέλλουν την κατασκευήν δειγμάτων του χρειαζόμενου είδους και κατά τους μέλλοντας να διατυπωθούν όρους , όταν δε προκηρύσσεται η δημοπρασία, η οποία πάντοτε παραδόξως καθορίζει βραχείαν προθεσμίαν, αυτοί είναι καθ’ όλα έτοιμοι, με τα δείγματα εις το χέρι, ακαταγώνιστοι κυριολεκτικώς, διότι ο χρόνος ελλείπει από τους ανταγωνιστάς τους όπως συνεννοηθούν με τα εργοστάσια του εξωτερικού συμφώνως προς τους όρους της δημοπρασίας».

Και μετά τις επισημάνσεις αυτές ο δημοσιογράφος αναφερόταν σε μια σκανδαλώδη προμήθεια στρατιωτικού υλικού που έγινε το 1898 και ζημίωσε οικονομικά το κράτος 30.000 χρυσά φράγκα:

«Άγνωστον εάν και τώρα τελευταίως συνέβη παρόμοιον τέχνασμα με την προμήθειαν πεντακοσίων σκηνών του στρατού. Κατά περίεργον όμως σύμπτωσιν ευρέθη εν Αθήναις προμηθευτής, όστις παρουσίασε, αμέσως μετά την προκήρυξιν (της δημοπρασίας), είδος στρατιωτικής σκηνής όπως την ήθελε το υπουργείον. Η σκηνή αυτή δεν είχε τίποτε το πλεονεκτικόν. Εκτός ασημάντων τινών μικροπραγμάτων της, κατά τα άλλα ήτο εντελώς ομοία προς τας αγγλικάς σκηνάς, τας οποίας προσέφερεν έτερος προμηθευτής. Και όμως αυτή εγένετο δεκτή, διότι τοιαύτην ήθελον οι αρμόδιοι, και δι’ αυτήν απεφασίσθη να πληρωθούν 140 χρυσά φράγκα! Υπολογίζομεν τώρα την ζημίαν του δημοσίου  εκ της προμηθείας ταύτης. Διά τας 500 σκηνάς θα μετρηθούν 70.000 χρυσών φράγκων. Επειδή αι αγγλικαί σκηναί προσεφέροντο με 80 μόνον φράγκα εκάστη, ήτοι με 40.000 προσεφέρετο ολόκληρος η προμήθεια, απομένει καθαρά ζημία του δημοσίου 30.000 χρυσών φράγκων! Τούτο διά μίαν προμήθειαν και όχι μάλιστα από τας πολύ σπουδαίας. Ομοίας με την ανωτέρω ζημίαν έχει υποστεί ανυπολογίστους το κράτος μέχρι τούδε».

Παρά τις καταγγελίες για ενδεχόμενο χρηματισμό κάποιων υπαλλήλων του υπουργείου Στρατιωτικών, δεν «ίδρωσε τ’ αυτί» κανενός αρμοδίου. Γι’ αυτό η εφημερίδα επανήλθε στο ζήτημα τέσσερις μέρες αργότερα (φύλλο της 2ας Οκτωβρίου 1898) στο κύριο άρθρο της με τίτλο «Ανάγκη και άλλου ελέγχου». Έγραφε ο αρθρογράφος:

    « Προχθές ανεσύραμεν μίαν άκραν του πέπλου υπό τον οποίον τελούνται τα σκάνδαλα των προμηθειών του στρατού. Επρόκειτο περί της τελευταίας δημοπρασίας προς προμήθειαν (στρατιωτικών) σκηνών [.]. Είτε εισηκούσθησαν, είτε ήχησαν εις ώτα μη ακουόντων οι υπαινιγμοί μας εκείνοι, ημείς εξακολουθούμεν να έχωμεν την ιδέαν ότι το Κράτος υφίσταται παρανόμους αφαιμάξεις και ότι καθήκον των αρμοδίων είναι, εάν πονούν τα τίμια χρήματα του ελληνικού λαού, να επέμβουν, όπως σταματήσουν αι καταχρήσεις  και τιμωρηθούν παραδειγματικώς οι μέχρι τούδε καταχρασταί.

     Το έργον δεν είναι εύκολον βεβαίως, ούτε τόσον απλούν όσον το φαντάζεται κανείς. Το να σταματήσουν αι καταχρήσεις ίσως είναι ευκολώτερον και απλούστερον, απείρως όμως δυσχερές είναι το να ανακαλυφθούν όσοι απεμύζησαν μέχρι τούδε τον δημόσιον πλούτον και επαχύνθησαν και έγιναν καθώς αι επτά αγελάδες του Φαραώ [.].

Πιθανόν να μας ερωτήση κανείς: Έγιναν λοιπόν καταχρήσεις; Επλούτισαν παρανόμως άνθρωποι από το χρήμα του Δημοσίου και είναι πολλοί αυτοί οι οποίοι επλούτισαν; Εμεσολάβησαν σκάνδαλα και καταστρατηγήσεις των νόμων, με τους οποίους γίνονται αι στρατιωτικαί προμήθειαι, χάριν της πληρώσεως (= του γεμίσματος) των ιδιωτικών θυλακίων;(θυλάκιο= τσέπη).

    Τα πράγματα βοούν από μακρού χρόνου. Δεν περνά ημέρα χωρίς να ακουσθή η αποκαλυπτική φωνή των [.]. Όλοι επάνω – κάτω οι Έλληνες εμάθομεν ότι τρομεραί συμμορίαι λυμαίνονται τον δημόσιον θησαυρόν. Αλλ’ ενηργήθη άραγε καμία εξέτασις, αφού εκυκλοφόρησαν αι περί καταχρήσεων φήμαι; Εκάθισαν άνθρωποι εις το σκαμνί του κατηγορουμένου και ελήφθησαν μέτρα προληπτικά; Ατυχώς τίποτε δεν έγινεν [.].

    Είπομεν ότι η αναζήτησις των ενόχων δεν είναι εντελώς ευχερές έργον. Χρειάζεται πολλή θέλησις και περισσοτέρα επιμονή. Ένας Υπουργός, όστις θα τα συνεδύαζεν αυτά τα δύο, ημπορούσε να ευεργετήση αληθώς την πατρίδα του. Η ενέργειά του θα ήτο απλουστάτη. Ολίγος έλεγχος των ιδιωτικών υποθέσεων των υπόπτων υπαλλήλων.

–          Ορίστε εδώ, κύριε συνταγματάρχα, που παίρνετε μισθόν 500 δραχμάς τον μήνα και δαπανάτε εις το σπίτι σας χιλίας. Πού εύρετε το μισό εκατομμύριο που έχετε τώρα περιουσία;

–          Ορίστε και σεις εδώ, κύριε ταγματάρχα, με τας 400 δραχμάς μισθόν, πώς εκάματε σπίτια και αμπέλια και μετοχάς της Εθνικής Τραπέζης;

    Με αυτάς τας αθώας ανακρίσεις ενός καλού Υπουργού τα πάντα διελευκαίνοντο. Ο συνταγματάρχης εκείνος, ο ταγματάρχης, ο λοχαγός, ο οποίος διαθέτει κολοσσιαίαν περιουσίαν, ενώ συγχρόνως δεν δύναται να αποδείξη ότι την περιουσίαν ταύτην του την εκληροδότησεν ο αποθανών θείος του, θα ειπή ότι έχει λασπωμένην την δουλειάν του και ότι ο θείος εις την περίστασιν είναι το ελληνικόν δημόσιον, το τελευτήσαν οικτρώς εκ των συχνών φλεβοτομιών (= των οικονομικών αφαιμάξεων) του ανεψιού. Όλα λοιπόν ελύοντο με μίαν καλήν θέλησιν».  

     Αυτά λοιπόν που γίνονταν το 1898 συνέβαιναν και στις μετέπειτα περιόδους και συμβαίνουν και στην εποχή μας, όπως τουλάχιστον απέδειξαν οι πρόσφατες δικαστικές έρευνες. Αν και ως λαός είμαστε καινοθήρες, στο ζήτημα των συμβάσεων για την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού τηρείται με ευλάβεια (από μέρους αιρετών εκπροσώπων του λαού και από παρατρεχάμενούς τους) η παράδοση της μίζας.

cf83cf84cf81ceb1cf84cf8ccf82-26

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s