Το πρώτο θανατηφόρο αυτοκινητικό δυστύχημα στην Αθήνα

     Το μεσημέρι της Κυριακής 4 Μαρτίου 1907 στη λεωφόρο Συγγρού κινούνταν δυο αυτοκίνητα. Προπορευόταν το όχημα του βουλευτή Φθιώτιδας Νικολάου Σιμοπούλου και ακολουθούσε αυτό του πρίγκιπα Ανδρέα. Στο πεζοδρόμιο στεκόταν η τριαντάχρονη Ευφροσύνη σύζυγος Θεοδώρου Βαμβακά με τον εξάχρονο γιο της. Η γυναίκα, πιστεύοντας ότι θα προλάβαινε να περάσει απέναντι, κατέβηκε στο οδόστρωμα. Δεν μπορούσε να εκτιμήσει την ταχύτητα του νέου μέσου μεταφοράς, που τότε ήταν νεοφερμένο στην Αθήνα. Ο βουλευτής, βλέποντάς την, έκανε ελιγμούς για να την αποφύγει, όμως δεν το κατόρθωσε· την χτύπησε και την έριξε στο δρόμο. Ο οδηγός του πρίγκιπα δεν πρόλαβε να κόψει ταχύτητα και το όχημά του πέρασε πάνω από το σώμα της πεσμένης γυναίκας.

Μετά το δυστύχημα τα δύο οχήματα σταμάτησαν. Ο πρίγκιπας Ανδρέας, οι συνεπιβάτες του (η σύζυγός του πριγκίπισσα Αλίκη και ο υπασπιστής του Μεταξάς) καθώς και ο βουλευτής Ν. Σιμόπουλος πλησίασαν την πεσμένη στο δρόμο τριαντάχρονη και διαπίστωσαν ότι ήταν νεκρή. Κάποιοι από τους αυτόπτες μάρτυρες του δυστυχήματος μετέφεραν το πτώμα της σε μια παρακείμενη οικία, για να το παραλάβουν οι συγγενείς της.

Ο πρίγκιπας με την ακολουθία του επέστρεψε στα ανάκτορα και διηγήθηκε στο βασιλιά Γεώργιο Α΄το τραγικό συμβάν. Αυτός διέταξε το γιο του και τον υπασπιστή του Μεταξά να τεθούν αμέσως στη διάθεση του ανακριτή και του εισαγγελέα, για να διευκολύνουν έτσι την ανάκριση. Ακολούθως κάλεσε το διευθυντή της Αστυνομίας Δαμηλάτη και του έδωσε την εντολή να διενεργήσει αυστηρότατες ανακρίσεις.

Καταθέτοντας ο βουλευτής Φθιώτιδας προσπάθησε να αποσείσει τις ευθύνες του. Είπε χαρακτηριστικά: « Εγώ, όπως γνωρίζετε ήδη, προεπορευόμην με το αυτοκίνητόν μου του πρίγκηπος ευρισκόμενος εις το δεξιόν μέρος της οδού. Μακρόθεν είδον την γυναίκα, ήτις συνοδευομένη υφ’ ενός εξαετούς παιδίου, το οποίον ήτο υιός της, κατέβη εκ του δεξιού πεζοδρομίου και ήθελε να διαβή την οδόν κατά πλάτος. Εγώ τότε προσεπάθησα διά διαφόρων ελιγμών ν’ αποφύγω το δυστύχημα, δυστυχώς όμως εκ της μικράς ήδη αποστάσεως δεν το κατώρθωσα εντελώς, διότι το αυτοκίνητόν μου διήλθε πολύ πλησίον της γυναικός, την οποίαν το ισχυρότατον ρεύμα ανέτρεψεν. Αλλά μόνον την ανέτρεψε. Το όπισθεν δε ερχόμενον αυτοκίνητον του πρίγκηπος διήλθεν υπεράνω αυτής και την εφόνευσεν» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 6ης Μαρτίου 1907).

Ο διευθυντής της Αστυνομίας Δαμηλάτης, στηριζόμενος στην προανάκριση των αυτοπτών μαρτύρων την οποία είχε κάνει ο αστυνόμος Πολυχρονάκος, δήλωσε στους δημοσιογράφους ότι το αυτοκίνητο του βουλευτή Ν. Σιμόπουλου ανέτρεψε και σκότωσε τη νεαρή γυναίκα και έπειτα πέρασε πάνω από το σώμα της και το αυτοκίνητο του πρίγκιπα Ανδρέα. Και συνεχίζοντας ο αστυνομικός διευθυντής είπε: «Όσον αφορά το γραφέν ότι το δυστύχημα αυτό προήλθεν εκ της αμελείας της Αστυνομίας, ήτις δεν εφαρμόζει την αστυνομικήν διάταξιν περί αυτοκινήτων, αρκούμαι να σας είπω τα εξής: Η αστυνομική διάταξις εφαρμόζεται πληρέστατα και διά τούτο εντός της πόλεως δεν επιτρέπεται να αναπτύσσεται ταχύτης πλέον των 10 χιλιομέτρων. Εκτός όμως της πόλεως, όπως εις την λεωφόρον Συγγρού, φρονώ ότι η διάταξις αύτη δεν δύναται και ούτε πρέπει να εφαρμοσθή, διότι, όπως κάθε άλλος άνθρωπος θέλει με την άμαξάν του ή με το ποδήλατόν του να διασκεδάση αναπτύσσων μεγάλην ταχύτητα, πάντοτε εκτός της πόλεως, ούτως επιτρέπεται και εις τα αυτοκίνητα να αναπτύσσωσιν εκτός της πόλεως όσην ταχύτητα θέλουν. Και διά τα αυτοκίνητα ο μόνος κατάλληλος προς τούτο τόπος είναι η λεωφόρος Συγγρού» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 6ης Μαρτίου 1907).

Το πόρισμα της προανάκρισης για το δυστύχημα διαβιβάστηκε την επόμενη μέρα στον εισαγγελέα Λυκουρέζο, ο οποίος σε δηλώσεις του προς τους εκπροσώπους του Τύπου χαρακτήρισε την πράξη του Σιμόπουλου ως φόνο εξ αμελείας και γι΄αυτό δεν διατάχτηκε η προφυλάκισή του. «Άλλωστε», συμπλήρωσε ο εισαγγελικός λειτουργός, «διά τον κ. Σιμόπουλον υπάρχει και η βουλευτική ασυλία».

Οι συμπολιτευόμενες εφημερίδες προσπάθησαν να υποβαθμίσουν το τραγικό συμβάν  (ο Ν. Σιμόπουλος ήταν κυβερνητικός βουλευτής και γιος του τότε υπουργού Οικονομικών Ανάργυρου Σιμόπουλου), ενώ οι αντιπολιτευόμενες να το εκμεταλλευτούν, για να προκαλέσουν φθορά στην Κυβέρνηση. Μάλιστα κάποια εσπερινή εφημερίδα την επόμενη  του δυστυχήματος χαρακτήρισε «ως ανευλάβεια προς τον πρίγκηπα την αναπτυχθείσαν εν τω αυτοκινήτω του κ. Σιμοπούλου ταχύτητα, όπως προηγηθή αυτού».  

Με εντολή της Εισαγγελίας ορίστηκαν δυο γιατροί, για να κάνουν τη νεκροψία, κατά την οποία αποδείχτηκε ότι το θύμα είχε πολλαπλά τραύματα (κάταγμα στον αριστερό μηρό, στη σπονδυλική στήλη, τραύμα στο μέτωπο και μώλωπες στα χέρια και σε άλλα μέρη του σώματος) και ότι ο θάνατος επήλθε από εσωτερική αιμορραγία. Ακόμη ορίστηκε επιτροπή πραγματογνωμόνων, η οποία εξέτασε τα οχήματα τόσο του πρίγκιπα Ανδρέα όσο και του βουλευτή Ν. Σιμόπουλου. Ακόμα έκανε αυτοψία στο χώρο του δυστυχήματος (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλα της 7ης και της 14ηςΜαρτίου 1907).

Στα πλαίσια της τακτικής ανάκρισης ο ανακριτής Λογοθέτης κάλεσε στην Εισαγγελία και εξέτασε αυτόπτες μάρτυρες του τραγικού συμβάντος, για να «φωτίσουν» με τις καταθέσεις τους σκοτεινά σημεία της υπόθεσης(εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 9ης Μαρτίου 1907). Μάλιστα τη 13η Μαρτίου, συνοδευόμενος από τον εισαγγελέα των Πλημμελειοδικών Λυκουρέζο, πήγε στα ανάκτορα και εξέτασε επί μια και πλέον ώρα τον πρίγκιπα Ανδρέα(εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 14ης Μαρτίου 1907).

Πρόβλημα για το ανακριτικό έργο ήταν το γεγονός ότι ο κατ’ εξοχήν υπεύθυνος του τροχαίου δυστυχήματος βουλευτής Ν. Σιμόπουλος δεν ήταν δυνατόν να κληθεί για ανάκριση, γιατί είχε βουλευτική ασυλία. Γι’ αυτό κινήθηκαν οι διαδικασίες για την άρση της.  Προς τούτο ο εισαγγελέας των Πρωτοδικών ζήτησε ιεραρχικώς (μέσω του εισαγγελέως των Εφετών και του υπουργού της Δικαιοσύνης) από τη Βουλή «όπως δοθή άδεια υπ’ αυτής προς ενέργειαν των δεόντων κατά του κ. Σιμοπούλου» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 7ης Μαρτίου 1907). Πράγματι η ασυλία του ήρθη σύμφωνα με το άρθρο 63 του τότε Συντάγματος και το άρθρο 67 του Κανονισμού της Βουλής και ο βουλευτής Φθιώτιδας κλήθηκε σε απολογία και παραπέμφθηκε σε δίκη με την κατηγορία της διάπραξης «φόνου εξ αμελείας».

Η στάση των δημοσιογράφων απέναντι στο θανατηφόρο δυστύχημα της λεωφόρου Συγγρού διαφοροποιείτο. Ένας από αυτούς, καυτηριάζοντας τις αντιδράσεις όσων τόνιζαν ότι η Αστυνομία θα έπρεπε να λάβει μέτρα για την προστασία των πεζών από τους λιγοστούς τότε οδηγούς αυτοκινήτων, έγραφε: «Θα ηθέλαμεν να ερωτήσωμεν πώς δεν συγκινούνται οι διάφοροι ευαίσθητοι κύριοι διά τα θύματα, τα οποία καθ΄εκάστην πίπτουν υπό τους τροχούς αμαξών, υπό τους τροχούς του κάρου και της σούστας, οι οποίοι μετεβλήθησαν εις αληθινούς δημίους εν Αθήναις; Ηριθμήσαμεν από της ημέρας του δυστυχήματος της λεωφόρου Συγγρού δέκα πέντε τοιαύτα θύματα [.]. Μη τάχα η Ευφροσύνη Βαμβακά ήτο πολυτιμοτέρα από την δεκάδα των φιλησύχων οικογενειαρχών, οι οποίοι εστάλησαν εις τον άλλον κόσμον κατά την παρελθούσαν εβδομάδα;» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 14ης Μαρτίου 1907). Άλλοι όμως περισσότερο προνοητικοί τόνιζαν τον κίνδυνο για τους κατοίκους της πόλης από τα τροχοφόρα που είχαν εμφανιστεί πρόσφατα στους αθηναϊκούς δρόμους. Σε απόσπασμα χρονογραφήματος που δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα(φύλλο της 9ης Μαρτίου 1907) αναφερόταν: «Εις τας Αθήνας το αυτοκίνητον είναι ακόμη τόσον νεοφανές[.]. Ο διαμελισμός της γυναικός δεν πρέπει να παρέλθη χωρίς τας νομίμους του συνεπείας. Είναι το πρώτον εξ αυτοκινήτου δυστύχημα και πρέπει να δώση αφορμήν, ώστε να μην ακολουθήσουν και άλλα».

Σε ποιο βαθμό εισακούστηκαν τα λόγια του φαίνεται από την ακόλουθη είδηση που δημοσιεύτηκε σε μονόστηλο μιας εφημερίδας της εποχής με τίτλο «Αυτοκίνητον τρέχον με ιλιγγιώδη ταχύτητα» και υπότιτλο «Μήνυσις κατά του σωφέρ και του ιδιοκτήτου»: « Ενώ χθες (13/3/1907) ο διευθυντής της αστυνομίας κ. Δαμηλάτης είχεν εξέλθει εις περίπατον μετά του αστυνόμου του Α΄τμήματος κ. Πολυχρονάκου εις την λεωφόρον Συγγρού, είδεν αίφνης μακράν ένα αυτοκίνητον όπερ με την ιλιγγιώδη ταχύτητα των 60 χιλιομέτρων κατήρχετο την λεωφόρον. Ο κ. Πολυχρονάκος τότε με προφανή κίνδυνον της ζωής του προβαίνει εις το μέσον της οδού και εκείθεν διά διαφόρων σχημάτων (= χειρονομιών) αναγκάζει τον οδηγόν να σταματήση. Πλησιάσας τότε ο κ. Δαμηλάτης μετά του κ. Πολυχρονάκου απέτεινε (= έκανε) δριμυτάτας παρατηρήσεις προς τους εν τω αυτοκινήτω και ιδία τον σωφέρ Α. Μπαχάουερ. Το αυτοκίνητον τούτο ανήκεν εις την κ. Εμπειρίκου (σημείωση: σύζυγο βουλευτή). Σήμερον θέλει υποβληθεί μήνυσις εκ μέρους του κ. Δαμηλάτη εις την Εισαγγελίαν» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 14ης Μαρτίου 1907). Αυτή ήταν και η πρώτη μήνυση για υπερβολική ταχύτητα.

download

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s