Η ποινικοποίηση της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης»

     Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η ελληνική κοινωνία μαστιζόταν από μεγάλη οικονομική κρίση. Τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα, για να επιβιώσουν, αναγκάζονταν να καταφεύγουν σε συσσίτια που οργάνωναν οι δήμοι, η Εκκλησία και διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ορισμένοι πολίτες με κοινωνικές ευαισθησίες συγκρότησαν στην Αθήνα την «Κοινωνική Αλληλεγγύη». Την πρώτη κεντρική επιτροπή του σωματείου αποτελούσαν ο Ν. Καρβούνης, ο Β. Γεωργίου, ο Τ. Κόντος, ο Μ. Ματσάκης και ο Ν. Παπαγεωργίου. Σε σύντομο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκαν παραρτήματά της σε πολλές αθηναϊκές συνοικίες, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη και σε συνοικισμούς της συμπρωτεύουσας, στην Καλαμάτα, στις Σέρρες, στη Λάρισα, στο Καζακλάρ (= παλιά ονομασία του Αμπελώνα Λάρισας), στην Ξάνθη και αλλού.

     Η προσφορά της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» ήταν πολύπλευρη:

1.        Οργάνωσε 11 συσσίτια, όπου σιτίζονταν καθημερινά περίπου 300 παιδιά άπορων οικογενειών (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 1ης Ιουνίου 1933).

2.       Συγκρότησε πρόχειρα ιατρεία, τα οποία στελέχωναν εθελοντές γιατροί. Καθημερινά ομάδες γιατρών επισκέπτονταν φτωχογειτονιές και πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους σε άνεργους, σε υπερήλικες και σε άλλους απόκληρους της κοινωνίας. Διαβάζουμε σε εφημερίδα της εποχής εκείνης: «Γιατρός της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» της Αθήνας επισκέφτηκε χτες (12 Δεκεμβρίου 1933) τους πλημμυροπαθείς της Κοκκινιάς. Εξέτασε 21 αρρώστους και τους μοίρασε φάρμακα» (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 13ης Δεκεμβρίου 1933).

Image

3.         Δημιούργησε κατασκηνώσεις  για τα παιδιά εργατών και ανέργων (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 11ηςΟκτωβρίου 1933).

4.       Ενίσχυσε απεργιακούς αγώνες των εργαζομένων (τσαγκάρηδων, υφαντουργών, κεραμοποιών, καπνεργατών κ. ά) οργανώνοντας συσσίτια για τους απεργούς και δίνοντάς τους οικονομικά βοηθήματα (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλα της 29ης και 30ης Μαΐου 1933). Τα έσοδα της Οργάνωσης προέρχονταν από εράνους και από εισφορές των μελών της. Παράλληλα κινητοποιούσε άλλες επαγγελματικές τάξεις για τη στήριξη των εκάστοτε απεργών.

       Η στήριξη που παρείχε η «Κοινωνική Αλληλεγγύη» στους συνδικαλιστικούς αγώνες των εργαζομένων προκαλούσε την αντίδραση των βιομηχάνων και γενικότερα των επιχειρηματιών, οι οποίοι πίεζαν τους πολιτικούς τους «προστάτες» (τότε κυβερνούσε το «Λαϊκό» κόμμα) να  διαλύσουν την Οργάνωση, προβάλλοντας ανυπόστατες εναντίον της κατηγορίες. Έτσι ήταν σχεδόν καθημερινό φαινόμενο η «επιδρομή» αστυνομικών οργάνων στα κατά τόπους γραφεία της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» για εκφοβισμό των μελών της. Για παράδειγμα, την 29η Μαΐου 1933 άνδρες του τμήματος Ασφαλείας Αθηνών έκαναν έρευνα και κατάσχεσαν όλα τα έγγραφα που βρήκαν στα κεντρικά γραφεία της (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 30ης Μαΐου 1933). Η Κεντρική Διοικητική Επιτροπή της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» έστειλε στις εφημερίδες το ακόλουθο κείμενο διαμαρτυρίας (το δημοσίευσε μόνον ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ στο προαναφερθέν φύλλο του): «[.]Διαμαρτυρόμεθα εντόνως διά την παράνομον επιδρομήν οργάνων της Γενικής Ασφαλείας εις τα γραφεία μας και διά την κατάσχεσιν διοικητικών και ταμειακών εγγράφων· διαμαρτυρόμεθα επίσης διά την διά του Τύπου δυσφήμησιν περί ανευρεθέντων ενοχοποιητικών στοιχείων και εγγράφων, διότι ουδέν τοιούτον ούτε εις τας χείρας της Γενικής Ασφαλείας ούτε αλλού που υπάρχει». Παράλληλα κατέθεσε στην Εισαγγελία Αθηνών μήνυση για τις αυθαιρεσίες των αστυνομικών (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 30ης Μαΐου 1933).

     Ακολούθησε σειρά δικαστικών διώξεων αρχής γενομένης τη 10η Ιουνίου 1933. Τότε οδηγήθηκαν στο Πρωτοδικείο Αθηνών τα ιδρυτικά μέλη της  «Κοινωνικής Αλληλεγγύης». Ένα σωματείο μεγαλοαστών, εντελώς άγνωστο στο ευρύ κοινό, ο «Σύνδεσμος Κοινωνικής Αλληλεγγύης», υπέβαλε αγωγή εναντίον τους για «κλοπή» του τίτλου ζητώντας τη διάλυση της ανθρωπιστικής Οργάνωσης, η οποία πρόσφερε τόσα πολλά για την ανακούφιση της εργατικής τάξης (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 10ης Ιουνίου 1933). Όμως δεκάδες σωματεία στάθηκαν στο πλευρό των ιδρυτικών μελών της, γεγονός που οδήγησε αρχικά στην αναβολή της δίκης για τη 14η Ιουνίου 1933 (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 11ης Ιουνίου 1933) και τελικά στη δικαίωσή τους.

     Κατά το ίδιο διάστημα έγιναν αστυνομικές «επιχειρήσεις» και σε παραρτήματα της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» στη Λάρισα, στη Θεσσαλονίκη και αλλού για εκφοβισμό των μελών τους. Στη Θεσσαλονίκη μάλιστα η Αστυνομία στις 2 Ιουνίου 1933 κατέλαβε τα γραφεία της Οργάνωσης (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 3ης Ιουνίου 1933). Τελικά  η κατάληψη των γραφείων έληξε ύστερα από παρέμβαση του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Β. Σαγιά (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 4ης Ιουνίου 1933). Στον Πειραιά την ίδια μέρα (2 Ιουνίου) επρόκειτο να γίνει στο Δημοτικό θέατρο διάλεξη για το σκοπό και το έργο της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» με ομιλητή το λογοτέχνη και δημοσιογράφο Ν. Καρβούνη. Η Αστυνομία, μολονότι είχε παραχωρήσει τη σχετική άδεια, την τελευταία στιγμή απαγόρευσε την πραγματοποίηση της διάλεξης, δηλώνοντας στους διοργανωτές ότι τέτοια εντολή είχε λάβει από το υπουργείο (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 3ης Ιουνίου 1933).

     Μέσα σε συνθήκες διώξεων και εκφοβισμών η «Κοινωνική Αλληλεγγύη» συνέχισε το έργο της καθ’ όλο το 1933. Ήδη όμως από τις αρχές του 1934 άρχισαν νέες δικαστικές διώξεις. Τη 13η Ιανουαρίου 1934 εκδικάστηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών το αίτημα της Εισαγγελικής Αρχής για διάλυση της Οργάνωσης με την κατηγορία ότι «παρεξέκλινε του σκοπού της». Αυτό – σύμφωνα με την εισαγγελική πρόταση – αποδεικνυόταν από το γεγονός ότι βοηθούσε τους απεργούς  εργάτες (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 13ης Ιανουαρίου 1934). Και αυτή τη φορά τα λαϊκά στρώματα στάθηκαν στο πλευρό της και η δικαστική απόφαση ήταν αθωωτική.

     Κατά το πρώτο δεκαήμερο Μαΐου του 1934 έγινε η πρώτη συνδιάσκεψη της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης». Σ’ αυτή συμμετείχαν εκπρόσωποι των παραρτημάτων της από την Αθήνα, τον Πειραιά, την Ξάνθη, τις Σέρρες, τη Λάρισα, το Καζακλάρ, την Πάτρα και τη Θεσσαλονίκη. Ακόμα έλαβαν μέρος αντιπροσωπείες της «Εργατικής Βοήθειας Ελλάδας» και της «Διεθνούς Εργατικής Αλληλεγγύης». Στη συνδιάσκεψη έγινε απολογισμός της δράσης της Οργάνωσης κατά το 1933 και προγραμματισμός του έργου της για το 1934 (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 1ης Ιουνίου 1934).

      Όμως οι κύκλοι της «αντίδρασης» καιροφυλακτούσαν. Κατήγγειλαν τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης» (Ν. Καρβούνη, Β. Γεωργίου, Τ. Κόντο και Μ. Ματσάκη) για παράβαση του «Ιδιωνύμου». Ήταν ο νόμος που είχε ψηφιστεί το 1929 (με πρόταση της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου) και ο οποίος πρόβλεπε μεταξύ των άλλων τη διάλυση των σωματείων που ελέγχονταν από το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας. Αν και ήταν γνωστό πως η «Κοινωνική Αλληλεγγύη» ήταν τμήμα της «Διεθνούς Εργατικής Αλληλεγγύης» (Ι.Α.Η.), τα ιδρυτικά στελέχη της οδηγήθηκαν στο δικαστήριο ως ελεγχόμενα από το Κ.Κ.Ε. «επιδιώκοντα την εφαρμογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την διά βιαίων μέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήματος [.]». Η δίκη τους είχε οριστεί για την 26η Μαΐου 1934. Η «Ομοσπονδία Εργατών Ηλεκτρισμού», ο «Σύνδεσμος Τροχιοδρομικών», η «Εργατική Βοήθεια Αττικοβοιωτίας», ο «Συνεταιρισμός ακτημόνων  καλλιεργητών Καζακλάρ» και δεκάδες άλλες εργατικές και αγροτικές ενώσεις είχαν στείλει στον πρόεδρο των Πλημμελειοδικών Αθηνών τηλεγραφήματα ζητώντας την απαλλαγή των κατηγορουμένων. Η δίκη όμως με πρόταση του εισαγγελέα αναβλήθηκε για τις 26 Ιουνίου λόγω απουσίας της πλειονότητας των μαρτύρων κατηγορίας (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 27ης Μαΐου 1934). Αλλά και πάλι αναβλήθηκε για τον ίδιο λόγο χωρίς να οριστεί αυτή τη φορά τακτική δικάσιμος. Πάντως η αίθουσα του Πλημμελειοδικείου είχε γεμίσει από εργατόκοσμο που είχε πάει για να συμπαρασταθεί στους κατηγορούμενους(εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 27ης Ιουνίου 1934).

     Δεν είναι γνωστός ο ακριβής χρόνος διάλυσης της «Κοινωνικής Αλληλεγγύης». Φαίνεται ότι σταμάτησε να λειτουργεί στα τέλη του 1934, δεδομένου ότι στα φύλλα των εφημερίδων της εποχής εκείνης δεν γίνεται καμιά νύξη για τη δράση της κατά το 1935. Ένας από τους πρόσθετους λόγους των διώξεων που υπέστη η Οργάνωση ήταν το γεγονός ότι ένα από τα ιδρυτικά της στελέχη, ο Νίκος Καρβούνης, είχε μεταφράσει στα ελληνικά και είχε προλογίσει την ελληνική έκδοση της «Καστανής Βίβλου», ενός βιβλίου όπου αποκαλυπτόταν η σκευωρία του χιτλερικού καθεστώτος για τον εμπρησμό του Ράιχσταγ, που είχε αποδοθεί σε κύκλους του γερμανικού κομμουνιστικού κόμματος. Η κυβέρνηση του Π. Τσαλδάρη, ικανοποιώντας το αίτημα του τότε Γερμανού πρεσβευτή στην Αθήνα, απαγόρευσε την κυκλοφορία του προαναφερθέντος βιβλίου. Παράλληλα έσυρε κατ’ επανάληψη στα δικαστήρια τον μεταφραστή του και καταδίωξε την «Κοινωνική Αλληλεγγύη».

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s