Η πρώτη κατάληψη του Πανεπιστημίου εν έτει 1897 (2ο μέρος)

          Όπως αναφέρθηκε στο προηγούμενο post, η κατάληψη του Πανεπιστημίου άρχισε το απόγευμα της 15ης Ιανουαρίου 1897. Κατά τις δυο πρώτες μέρες οι κυβερνητικοί παράγοντες και οι πανεπιστημιακές αρχές πίστευαν ότι οι φοιτητές θα εγκατέλειπαν το κτίριο και γι’ αυτό δεν δραστηριοποιήθηκαν για την αντιμετώπιση της κατάστασης.

     Τη 17η Ιανουαρίου η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου, η οποία ως τότε «έλαμπε διά της απουσίας της, αποφάσισε τη διακοπή όλων των μαθημάτων ως το Πάσχα. Την ίδια μέρα η κυβέρνηση σκλήρυνε τη στάση της. Ο αστυνομικός διευθυντής Μπαϊρακτάρης κατά το μεσημέρι πήγε στο Πανεπιστήμιο, αλλά δεν του επιτράπηκε η είσοδος. Η συντονιστική επιτροπή των φοιτητών τον επισκέφτηκε στο γραφείο του και αυτός της επέδωσε «τελεσίγραφο»: οι καταληψίες έπρεπε εντός μιας ώρας να εκκενώσουν το κτίριο και να παραδώσουν τα κλειδιά στον πρύτανη του ιδρύματος· διαφορετικά θα διέταζε την εκκένωσή του διά της βίας. Η διαταγή του αστυνομικού διευθυντή δίχασε τους φοιτητές. Ορισμένοι έδειξαν διάθεση υποχωρητική, όμως η πλειοψηφία αποφάσισε τη συνέχιση της κατάληψης. Η απόφασή τους ανακοινώθηκε από τριμελή επιτροπή στον Μπαϊρακτάρη.

     Από στιγμή σε στιγμή αναμενόταν η επίθεση των αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων. Ο χώρος μπροστά στα Προπύλαια και στο προαύλιο του Πανεπιστημίου ήταν γεμάτος από ένοπλους φοιτητές. Κάποιος ύψωσε στη στέγη του Πανεπιστημίου την πανεπιστημιακή σημαία. Η σύγκρουση θα ήταν σκληρή. Όμως λίγα μέτρα παρακάτω από το Πανεπιστήμιο παίχτηκε ένα άλλο δράμα.

     Στην πλατεία Ομονοίας λίγο πριν από τις πέντε το απόγευμα είχε οργανωθεί συλλαλητήριο φοιτητών και πολιτών για συμπαράσταση στους έγκλειστους. Μετά τις ομιλίες οι συγκεντρωμένοι ξεκίνησαν πορεία στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας : οδό Αθηνάς, οδό Ερμού, πλατεία Συντάγματος. Ακολούθως κατηφόρισαν την οδό Σταδίου με πρόθεση να φθάσουν στο Πανεπιστήμιο. Όμως «επέδραμον κατ’ αυτών οι ιππείς και οι αστυφύλακεςξιφήρεις και με τα ρεβόλβερ εις τας χείρας». Οι νεαροί που μετείχαν στην πορεία παρέμειναν στη θέση τους. Οι επικεφαλής των στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων προ της αντιστάσεως των διαδηλωτών φοιτητών διέταξαν «πυρ». «Οι ιππείς εφώρμησαν κατά του πλήθους. Οι πυροβολισμοί εξηκολούθουν, ενώ κραυγαί και ύβρεις και φωναί διάτοροι ηκούοντο. Οι ιππείς και οι αστυφύλακες κατεδίωκον τους πάντας αδιακρίτως εν τω περιβόλω της Βουλής (= πρόκειται για το κτίριο της παλιάς Βουλής) και εν τοις παρόδοις της οδού Σταδίου. [.]. Εχρειάσθη πολλή ώρα έως ότου εξακριβωθεί το αποτέλεσμα της επιδρομής ταύτης. Εγνώσθη ότι εφονεύθη ένας μαθητής του Γυμνασίου, ο Χρύσανθος Βαρότσης, μόνος υιός χήρας, βληθείς διά σφαίρας εις τον λαιμόν» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 18ης Ιανουαρίου 1897).

     Κάτω από αυτές τις περιστάσεις κρίθηκε αναγκαία η παρέμβαση των καθηγητών. Με προτροπή φοιτητών, οι οποίοι δεν συμμετείχαν στην κατάληψη αλλά ήταν αλληλέγγυοι με τους έγκλειστους, συγκροτήθηκε μια επιτροπή αποτελούμενη από τον αντιπρύτανη Διομήδη Κυριακό και τους καθηγητές Μιστριώτη, Καρολίδη, Κατσαρά και Οικονόμου. Το βράδυ της 17ηςΙανουαρίου παρουσιάστηκε στον πρωθυπουργό και τον παρακάλεσε να επιτρέψει μιαν έντιμη έξοδο των πολιορκημένων φοιτητών. Ο πρωθυπουργός δέχτηκε την πρόταση και παρέπεμψε την επιτροπή στον αστυνομικό διευθυντή Μπαϊρακτάρη. Οι καθηγητές μετέβησαν στην Αστυνομική Διεύθυνση. Εκεί μετά από πολλές συζητήσεις αποφασίστηκε η έξοδος να γίνει με τους εξής όρους:

1.       Οι φοιτητές θα άφηναν τα όπλα τους στο χώρο του Πανεπιστημίου.

2.       Οι στρατιωτικές μονάδες θα απομακρύνονταν αφήνοντας ελεύθερη δίοδο στους εξερχόμενους, οι οποίοι θα συνοδεύονταν από τους καθηγητές τους.

3.       Δεν θα γινόταν σωματική έρευνα στους εξερχόμενους φοιτητές.

Τα μέλη της επιτροπής μετέβησαν στα Προπύλαια και ανακοίνωσαν στους φοιτητές τους όρους για τη λήξη της κατάληψης.

    Οι φοιτητές συζήτησαν τις προτάσεις και ένας εκπρόσωπός τους ανακοίνωσε στην επιτροπή καθηγητών την απόφασή τους. Δεν θα αποχωρούσαν από το Πανεπιστήμιο προτού δημοσιευτούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως τα διατάγματα τόσο για την  απόλυση του Γαλβάνη όσο και για την κανονική λειτουργία όλων των πανεπιστημιακών σχολών. (Βλέπε 1ομέρος). Έτσι η μεσολαβητική προσπάθεια της επιτροπής καθηγητών δεν τελεσφόρησε.

     Οι κυβερνητικοί παράγοντες εκτιμούσαν ότι οι φοιτητές θα εκκένωναν το Πανεπιστήμιο εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων. Αυτό τουλάχιστον διαφαίνεται από μια συζήτηση του υπουργού των Εσωτερικών Μαυρομιχάλη με τον Γάλλο πρεσβευτή Μπουρέ το βράδυ της 17ηςπρος 18η Ιανουαρίου, ο οποίος είχε μεταβεί στη Διεύθυνση της Αστυνομίας, για να ενημερωθεί από τον Μπαϊρακτάρη για τη διαμορφωθείσα κατάσταση. Σε ερώτηση του Γάλλου διπλωμάτη για τον αριθμό των έγκλειστων στο Πανεπιστήμιο ο υπουργός απάντησε: «Είναι περί τους εκατόν, τους οποίους η πείνα θα αναγκάση να παραδοθούν ταχέως». Σημειωτέον ότι με απόφαση του Δημάρχου είχε διακοπεί η υδροδότηση του Πανεπιστημίου και οι φοιτητές έπιναν νερό από μια στέρνα που υπήρχε στο προαύλιο (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 18ηςΙανουαρίου 1897). Όμως οι φοιτητές κατόρθωσαν να εφοδιαστούν με κάποια τρόφιμα (κυρίως ψωμί), παρά το γεγονός ότι ο στρατιωτικός και ο αστυνομικός κλοιός στένευε κι έτσι ήταν δύσκολος ο ανεφοδιασμός.

     Την 9η πρωινή της 18ης Ιανουαρίου οι εκτός του Πανεπιστημίου φοιτητές και πλήθος πολιτών συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Ομονοίας. Σκοπός του συλλαλητηρίου ήταν να ασκηθεί πίεση στην κυβέρνηση, ώστε να τερματιστεί η πολιορκία των φοιτητών και να επαναρχίσει η λειτουργία των πανεπιστημιακών σχολών. Λίγο πριν αρχίσει η εκφώνηση λόγων αγγελιοφόρος των έγκλειστων ζήτησε από τους συγκεντρωμένους να μην κάνουν διαδήλωση στους αθηναϊκούς δρόμους , γιατί αναμένονταν εξελίξεις.

     Η επιτροπή καθηγητών συνέχισε το μεσολαβητικό της έργο. Στις οχτώ το πρωί μετέβη στο Πανεπιστήμιο. Οι πέντε πανεπιστημιακοί συμβούλευσαν τους φοιτητές να μην προβούν σε καταστροφές του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος και να μην είναι αδιάλλακτοι. Τέλος τους διαβεβαίωσαν ότι θα ενεργούσαν ώστε και ο Γαλβάνης να απολυθεί και ο πρύτανης Χρηστομάνος να παραιτηθεί και να τους δοθεί αμνηστία και να βγουν χωρίς να τους γίνει σωματική έρευνα. Μετά τις διαβεβαιώσεις αυτές οι φοιτητές έδειξαν διάθεση συνδιαλλαγής με την κυβέρνηση. Στη συνέχεια η επιτροπή πήγε στο πρωθυπουργικό γραφείο, για να συνεννοηθεί με τον πρωθυπουργό για τον τρόπο εξόδου των φοιτητών.

     Ο πρωθυπουργός Θ. Δηλιγιάννης αποδέχτηκε:

1.       να βγουν οι φοιτητές κατά τετράδες με επικεφαλής τους καθηγητές που είχαν μεσολαβήσει για τον τερματισμό της κατάληψης,

2.       να μην φέρουν μαζί τους τα μεγάλα όπλα (γκράδες, μαρτίνια κ.ά.),

3.       να μη γίνει κατά την έξοδό τους σωματική έρευνα,

4.       να κατευθυνθούν προς την πλατεία Κολωνακίου.

    Μετά τη συμφωνία αυτή με τον πρωθυπουργό η επιτροπή επέστρεψε στο Πανεπιστήμιο, για να ανακοινώσει στους φοιτητές τα συμφωνηθέντα. Προέκυψε όμως πρόβλημα, γιατί με ορισμένους από τους παραπάνω όρους διαφωνούσε ο αστυνομικός διευθυντής Μπαϊρακτάρης, με το σκεπτικό ότι έτσι καταρρακωνόταν το κρατικό γόητρο. Οι διαφωνίες του τελικά κάμφθηκαν (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 19ης Ιανουαρίου 1897).

     Τελικά την 11η πρωινή της 18ης Ιανουαρίου άνοιξε η πόρτα των Προπυλαίων και βγήκαν οι φοιτητές, ζητωκραυγάζοντας υπέρ του Πανεπιστημίου, και μέσω της λεωφόρου Ακαδημίας κατευθύνθηκαν προς την πλατεία Κολωνακίου, όπου διαλύθηκαν. Οι στρατιωτικές και οι αστυνομικές δυνάμεις που επί τρεις ημέρες πολιορκούσαν το Πανεπιστήμιο είχαν αποσυρθεί. 

     Μετά την εκκένωση του Πανεπιστημίου παρουσία εισαγγελέως έγινε έρευνα για ενδεχόμενες φθορές στα γραφεία της Πρυτανείας και διαπιστώθηκε ότι κατά την τριήμερη κατάληψη δεν είχε καταστραφεί τίποτε. Το Πανεπιστήμιο κλειδώθηκε και τοποθετήθηκε στρατιωτική φρουρά στα Προπύλαια. (Τις επόμενες μέρες τοποθετήθηκαν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και εντός του Πανεπιστημίου από το φόβο ανακατάληψής του από τους φοιτητές).

      Τη 2α μ. μ. οι φοιτητές συνήλθαν σε αίθουσα της Ακαδημαϊκής Λέσχης και αποφάσισαν να μεταβούν εν σώματι στην κηδεία του μαθητή Βαρότση, να καταθέσουν στεφάνι και να ανατεθεί σε κάποιον από αυτούς να εκφωνήσει επικήδειο λόγο (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 19ης Ιανουαρίου 1897).

      Η κυβέρνηση όμως σύντομα έδειξε ότι γι’ αυτή δεν υπήρχαν ηθικές δεσμεύσεις. Θέλησε λοιπόν να τιμωρήσει τους φοιτητές. Την επόμενη ημέρα (19 Ιανουαρίου) εκδόθηκαν από τον ανακριτή είκοσι περίπου εντάλματα συλλήψεως  για «ένοπλον αντίστασιν κατά της αρχής» κατά φοιτητών που πρωτοστάτησαν τόσο στις συγκρούσεις με τις στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις που έγιναν στην οδό Σταδίου τη 17η Ιανουαρίου όσο και στην  πολιορκία του Πανεπιστημίου. Ορισμένοι μάλιστα συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν  σε κρατητήριο του στρατώνα της Χωροφυλακής. Το γεγονός αυτό το στηλίτευσαν πολλές εφημερίδες. Δημοσιογράφος του ΕΜΠΡΟΣ (φύλλο της 21ης Ιανουαρίου 1897), ο οποίος επισκέφτηκε τους κρατούμενους, έγραφε για την κυβέρνηση: « Δεν αρκεί ότι εξώθησε τα πράγματα έως εδώ, δεν αρκεί ότι ανεστάτωσε την Ελλάδα, δεν αρκεί ότι παρεσπόνδησεν, αλλά εγκλείει και τους συλληφθέντας εις σκοτεινά και υγρά μπουντρούμια της μοιραρχίας, όπου έμειναν και μένουσιν  επί δύο νύκτας και μίαν ημέραν χωρίς να δύνανται ούτε να κοιμηθούν, ούτε να καθίσουν καν εκ του ψύχους και της υγρασίας».   

      Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν νέο αναβρασμό στους φοιτητές. Επιτροπή τους συναντήθηκε τη 19η Ιανουαρίου  με τους καθηγητές, οι οποίοι είχαν μεσολαβήσει για τη λήξη της κατάληψης, και τους καταλόγισαν ευθύνες για τις διώξεις που υφίσταντο συμφοιτητές τους (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 20ης Ιανουαρίου 1897). Έτσι λοιπόν οι πανεπιστημιακοί, που ήταν εκτεθειμένοι απέναντι στους φοιτητές τους αλλά και στην κοινή γνώμη, δραστηριοποιήθηκαν, για να πειστεί η κυβέρνηση να δείξει μετριοπάθεια. Εκτός από τις συναντήσεις τους με τον πρωθυπουργό (του Μιστριώτη, του πρύτανη Χρηστομάνου κ. ά), την 20η Ιανουαρίου συγκεντρώθηκαν είκοσι δύο καθηγητές, οι σημαντικότερες προσωπικότητες του Πανεπιστημίου, για να καθορίσουν τη μεσολαβητική τους παρέμβαση στην κυβέρνηση, ώστε να αποτραπούν νέες κινητοποιήσεις, γιατί πολλά από τα αιτήματα των φοιτητών δεν είχαν υλοποιηθεί . Τελικά η ηρεμία αποκαταστάθηκε στο Πανεπιστήμιο χάρη σε ένα εθνικό θέμα. Είχε ξεσπάσει ήδη η κρητική επανάσταση, στην οποία είχε εμπλακεί στρατιωτικά η Ελλάδα, κι έτσι τα πανεπιστημιακά ζητήματα πέρασαν σε δεύτερη μοίρα.      

Image

Γελοιογραφία από την εφημερίδα “Εμπρός” (19/1/1897)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s