Η πρώτη κατάληψη του Πανεπιστημίου εν έτει 1897 (1ο μέρος)

      Στα μέσα Δεκεμβρίου του 1896 μια ομάδα τεταρτοετών φοιτητών της Ιατρικής επισκέφτηκε στο γραφείο του τον καθηγητή Ιούλιο Γαλβάνη και του ζήτησε να είναι πιο επιεικής στην πρακτική άσκηση των τελειοφοίτων στο μάθημα της χειρουργικής παθολογίας. Εκείνος τους αποπήρε λέγοντάς τους μεταξύ άλλων ότι σε κανένα πανεπιστήμιο του κόσμου δεν υπήρχαν τέτοιοι φοιτητές. Αυτοί θεώρησαν τη συμπεριφορά του καθηγητή προσβλητική και αποφάσισαν να αντιδράσουν συλλογικά. Συγκεντρώθηκαν στο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου και εξέλεξαν μια συντονιστική επιτροπή. Η πρώτη ενέργειά της ήταν να υποβάλει στο υπουργείο Παιδείας και στον πρύτανη ψήφισμα, με το οποίο διαμαρτυρόταν για τις ύβρεις του Γαλβάνη και ζητούσε την απόλυσή του από το Πανεπιστήμιο. Παράλληλα αποφασίστηκε να γίνει «απεργία» (=αποχή) από όλα τα μαθήματα της Ιατρικής και να ζητηθεί η κινητοποίηση των φοιτητών και των άλλων σχολών με το σκεπτικό ότι οι ύβρεις απευθύνονταν «προς άπαντας τους Έλληνας φοιτητάς». Τόσο το υπουργείο Παιδείας όσο και η Σύγκλητος απέρριψαν το ψήφισμα και κάλεσαν τους φοιτητές της Ιατρικής να επανέλθουν στα μαθήματά τους. Αυτοί όμως επέμεναν στο αίτημά τους και το υπουργείο αποφάσισε, για την αποτροπή επεισοδίων, να κλείσει την Ιατρική σχολή. Μετά τις γιορτές των Χριστουγέννων το ζήτημα έλαβε μεγαλύτερη έκταση  ( Λάππας Κώστας, Πανεπιστήμιο και φοιτητές στην Ελλάδα κατά το 19ο αιώνα, Αθήνα 2004, σειρά Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας, σ.σ. 613 – 616).    

      Τη 14η Ιανουαρίου 1897 οι φοιτητές της Νομικής και της Φιλοσοφικής αποφάσισαν να κάνουν αποχή από τα μαθήματα για όσο χρονικό διάστημα θα παρέμενε κλειστή η Ιατρική σχολή. Το πρωί της 15ης Ιανουαρίου, ενώ είχαν συγκεντρωθεί στα προπύλαια του Πανεπιστημίου, πληροφορήθηκαν ότι ο καθηγητής του Ποινικού Δικαίου Κωστής παρέδιδε σε λιγοστούς φοιτητές, παρά τη ληφθείσα απόφαση για διακοπή των μαθημάτων. Κατευθύνθηκαν λοιπόν στο κτίριο της Νομικής με άγριες διαθέσεις. Εξαιτίας των αντιδράσεών τους και για την αποτροπή επεισοδίων κατέφθασαν αστυνομικές δυνάμεις . Στη συνέχεια προσήλθε ο καθηγητής Αλκ. Κρασσάς, για να διδάξει Οικογενειακό Δίκαιο. Όμως η παρουσία αστυνομικών (τεσσάρων αστυφυλάκων και ενός ενωμοτάρχη) στην αίθουσα διδασκαλίας όξυνε τα πράγματα. Οι φοιτητές απομάκρυναν «κακήν – κακώς» τους αστυνομικούς και τα μαθήματα διακόπηκαν.

     Το κλίμα οξύνθηκε περισσότερο, όταν κατά την έξοδο των φοιτητών από το κτίριο της Νομικής τα αστυνομικά όργανα τους έκαναν σωματική έρευνα. Συνέλαβαν το φοιτητή Κ. Καμπούρογλου και δέρνοντάς τον τον οδηγούσαν προς το αστυνομικό τμήμα Νεαπόλεως (στα Εξάρχεια). Συμφοιτητές του προσπάθησαν να τον απελευθερώσουν επιτιθέμενοι κατά των αστυνομικών με πέτρες και ράβδους και η συμπλοκή γενικεύτηκε με αψιμαχίες μεταξύ φοιτητών και αστυνομίας.  Κατά τις συγκρούσεις τραυματίστηκε ένας αστυφύλακας από σφαίρα συναδέλφου του (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 16ης Ιανουαρίου 1897). Οι φοιτητές διασκορπίστηκαν στους γύρω δρόμους καταδιωκόμενοι «διά λογχών και πιστολίων υπό των αστυφυλάκων». Πολλοί τραυματίστηκαν και επτά συνελήφθησαν. Δύο από τους συλληφθέντες παραπέμφθηκαν στον εισαγγελέα με βαρύτατες κατηγορίες και οι υπόλοιποι απελευθερώθηκαν, αφού προηγουμένως βασανίστηκαν. (Σημειωτέον ότι την αστυνομική επιχείρηση την συντόνιζε ο αστυνομικός διευθυντής Μπαϊρακτάρης).

     Ύστερα από τα γεγονότα αυτά οι φοιτητές κατευθύνθηκαν στο Πανεπιστήμιο, όπου αναζήτησαν τον πρύτανη Χρηστομάνο, στον οποίο καταλόγισαν ευθύνες, γιατί ανέχτηκε τη βιαιότητα της αστυνομίας. Στο μεταξύ ίλες ιππικού, χωροφύλακες και αστυφύλακες είχαν καταλάβει την προ του Πανεπιστημίου λεωφόρο. Επιπλέον είχαν τοποθετηθεί εκεί και δυο αντλίες της Πυροσβεστικής. Πλήθος κόσμου, από περιέργεια κυρίως για όσα θα συνέβαιναν, στεκόταν στα πεζοδρόμια των γύρω δρόμων ως την οδό Σταδίου.

      Οι συγκεντρωμένοι στο προαύλιο φοιτητές συσκέπτονταν. Κάποιοι εξέφρασαν την ιδέα να μεταβεί μια επιτροπή στον Πρωθυπουργό Θεόδωρο Δηλιγιάννη, για να διαμαρτυρηθεί για την κακοποίηση των συλληφθέντων φοιτητών και την αναίτια επίθεση της αστυνομίας και να ζητήσει την απομάκρυνση των στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων από το χώρο του Πανεπιστημίου. Η πρόταση έγινε αποδεκτή. Ακόμη προτάθηκε και εγκρίθηκε να γίνει έκκληση προς το λαό, για να συμμετάσχει την επόμενη μέρα σε συλλαλητήριο.

     Οι προσπάθειες των φοιτητών για εκτόνωση της κατάστασης απέτυχαν. Κατά τον Πρωθυπουργό οι κινητοποιήσεις τους ήταν παράνομες και γι’ αυτό έπρεπε να επανέλθουν στα μαθήματά τους. Ως προς τις αιτιάσεις τους για βιαιότητα της αστυνομίας εξέφρασε τη λύπη του για τα συμβάντα και είπε ότι «υπάρχουν νόμοι παρά των οποίων οφείλουν οι φοιτηταί να ζητήσωσι προστασίαν» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 16ης Ιανουαρίου 1897). Κατόπιν η επιτροπή μετέβη στα ανάκτορα, για να ζητήσει ακρόαση από το βασιλιά Γεώργιο Α΄. Όμως η απάντηση των αυλικών ήταν ότι η Αυτού Μεγαλειότης ήταν σε περίπατο.

     Πριν καθορίσουν την τελική τους στάση, οι φοιτητές συνέταξαν την ακόλουθη προκήρυξη – έκκληση προς τον ελληνικό λαό, την οποία την έστειλαν για δημοσίευση στις εφημερίδες.

                                                           Λαέ,

                                                 Είμεθα τέκνα Σου.

     Εκείνοι οι οποίοι υπό Σου, λαέ, ετάχθησαν ίνα μας υπερασπίζωσι, μας πιέζουσι, μας καταδιώκουσι, μας υβρίζουσι, μας ατιμάζουσι και αντί να μας ικανοποιήσωσι μας συλλαμβάνουν, μας φυλακίζουν, μας φονεύουν. Διαμαρτυρόμεθα ενώπιόν Σου, λαέ, και επικαλούμεθα την συνδρομήν Σου και την προστασίαν Σου.

     Ελληνικέ λαέ, θα μείνης απαθής θεατής των παρανομιών τούτων;

                          Οι φοιτηταί του Εθνικού Πανεπιστημίου

     Η κατάληξη των προαναφερθέντων επεισοδίων ήταν απροσδόκητη. Οι φοιτητές, έχοντας πληροφορίες ότι οι στρατιωτικές και αστυνομικές δυνάμεις που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από το Πανεπιστήμιο επρόκειτο να μπουν σ’ αυτό, αποφάσισαν το απόγευμα της 15ης Ιανουαρίου την «κατάληψη» του κτιρίου. Ήταν ένα γεγονός πρωτοφανές στο χρονικό των φοιτητικών κινητοποιήσεων.

     Οι έγκλειστοι ήταν την πρώτη ημέρα 1.000 περίπου (εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, φύλλο της 16ης Ιανουαρίου 1897). Δημοσιογράφος της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ έκανε λόγο για «πεντακοσίους και πλέον φοιτητάς».

     Η πρώτη ενέργειά τους ήταν να οργανωθούν στρατιωτικά, για να αποτρέψουν ενδεχόμενη εισβολή των δυνάμεων του στρατού και της αστυνομίας. Όρισαν έναν φρούραρχο με τρεις συμβούλους, οι οποίοι αποτέλεσαν το επιτελείο, και ανατέθηκε σε ομάδες φοιτητών, με βάση τον τόπο καταγωγής τους, η φρούρηση ανά ώρα καθεμιάς από τις εισόδους του κτιρίου. (Σημειωτέον οι φοιτητές ήταν ένοπλοι.) Παράλληλα έλαβαν μέτρα, για να αποτρέψουν την είσοδο στο κτίριο όσων δεν είχαν τη φοιτητική ιδιότητα. Η οργάνωσή τους ξένισε και τους δημοσιογράφους. Στο κύριο άρθρο της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ (φύλλο της 17ης Ιανουαρίου 1897) αναφερόταν: «Το γεγονός της καταλήψεως του Πανεπιστημίου υπό φοιτητών ενόπλων, η εν αυτώ εγκαθίδρυσις πλήρους πολεμικού στρατοπέδου με φρουρούς και φυλάκια και περιπόλους και φρουράρχους και όλας τας αυστηράς διατυπώσεις της πειθαρχίας είναι πρωτοφανές γεγονός και διά την τόλμην της εμπνεύσεως και διά την ακρίβειαν της εκτελέσεως».  

     Οι κάτοικοι της Αθήνας στην πλειονότητά τους στήριζαν τον αγώνα των φοιτητών. Πολλοί περνούσαν από τα προπύλαια, για να τους συμπαρασταθούν. Εγράφη μάλιστα σε εφημερίδες ότι ένας κουλουράς (ονόματι Μάσκος) «έστειλε κάνιστρον κουλουρίων δώρον εις τους φοιτητάς». Οι εφημερίδες είχαν διχαστεί. Η ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ και το ΕΜΠΡΟΣ είχαν ταχθεί με το μέρος των εγκλείστων στο Πανεπιστήμιο, ενώ άλλες τόνιζαν τους κινδύνους που εγκυμονούσε η φοιτητική κινητοποίηση αυτού του είδους. Το ΑΣΤΥ ξεπερνούσε όλες τις άλλες στον «πόλεμο λάσπης» κατά των φοιτητών, κυρίως των Μακεδόνων, που συμμετείχαν στην κατάληψη.

     Τη 16η Ιανουαρίου η συντονιστική επιτροπή συνέταξε και απέστειλε δύο υπομνήματα προς το Βασιλιά και τον Πρωθυπουργό υπογραμμίζοντας τα αίτια της κατάληψης. Ακόμα τόνιζε ότι για όσα θα επακολουθούσαν η ευθύνη δεν θα βάραινε τους φοιτητές (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 17ης Ιανουαρίου 1897).

     Γενικά κατά τις δύο πρώτες μέρες η κυβέρνηση αντιμετώπισε με επιπολαιότητα τη διαμορφωθείσα κατάσταση πιστεύοντας ότι οι φοιτητές θα εγκατέλειπαν το κτίριο του Πανεπιστημίου. Όμως διαψεύστηκε στις προσδοκίες της, με συνέπεια τα δραματικά γεγονότα της 17ης Ιανουαρίου. Αυτά θα εκτεθούν στο δεύτερο μέρος.

                                                                                                                                 Συνεχίζεται

Διευκρίνιση: το αίτημα των φοιτητών προς τον καθηγητή Γαλβάνη για επιείκεια κατά την πρακτική άσκηση και οι μετέπειτα αντιδράσεις τους δεν πρέπει να εκληφθούν ως δείγμα φυγοπονίας τους. Εξέφραζαν την αντίθεσή τους στο τότε πανεπιστημιακό κατεστημένο. Δημοσιογράφος της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ (φύλλο της 16ης Ιανουαρίου 1897), σκιαγραφώντας τη συμπεριφορά του προαναφερθέντος καθηγητή, έγραφε: «Θεός του Ολύμπου (ο Γαλβάνης) συνοφρυωμένος και παραδίδων πάντοτε με εστραμμένα τα νώτα προς τους φοιτητάς. Ήτο ως να έλεγε: «Αν σας αρέσω»».  

 

Image

Advertisements

One thought on “Η πρώτη κατάληψη του Πανεπιστημίου εν έτει 1897 (1ο μέρος)

  1. Pingback: Η πρώτη κατάληψη του Πανεπιστημίου εν έτει 1897 (2ο μέρος) | Χρονοντούλαπο

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s