Η σκευωρία και η καταδίκη του στρατηγού Ι. Μακρυγιάννη

     Κατά τη δεκαετία του 1840 επικρατούσε στην Ευρώπη επαναστατικός αναβρασμός. Την 3η Σεπτεμβρίου 1843 εκδηλώθηκε στην Ελλάδα επαναστατικό κίνημα, για να αναγκαστεί ο Όθωνας να παραχωρήσει στους Έλληνες σύνταγμα. Λίγα χρόνια αργότερα (1848 – 1849 ) έγιναν απελευθερωτικά κινήματα στην Ιταλία και στην Ουγγαρία. Στο πλευρό των Ιταλών και των Ούγγρων πολέμησαν κατά των Αυστριακών κατακτητών μέλη της Πολωνικής Λεγεώνας. Ήταν ένα σώμα εθελοντών, το οποίο είχε συγκροτηθεί το 1848  με πρωτοβουλία του Πολωνού ποιητή Adam Mickiewicz. Μετά την κατάπνιξη των δυο επαναστατικών κινημάτων πολλοί από τους Πολωνούς εθελοντές μαζί με Ιταλούς και Ούγγρους πρόσφυγες κατέφυγαν στην Ελλάδα και ζήτησαν πολιτικό άσυλο. Ο ελληνικός λαός αλλά και η πνευματική ηγεσία τους δέχτηκαν με πολλή συμπάθεια και τους περιέθαλψαν φροντίζοντας να τακτοποιηθούν μονιμότερα στη χώρα μας. Συγκεκριμένα οι Πολωνοί χρησιμοποιήθηκαν ως εργάτες σε δημόσια έργα και ειδικά στο δρόμο Αθηνών – Ηρακλείου Αττικής, που κατασκευαζόταν τότε (Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας (1821 – 1909 ), εκδόσεις αδελφών Τολίδη, Αθήνα, μέρος πρώτο, σ. 381).

Οι Πολωνοί πρόσφυγες, ζώντας στην Αθήνα, ανέπτυξαν φιλικές σχέσεις με Έλληνες, οι οποίοι χαρακτηρίζονταν από προοδευτικές ιδέες. Ειδικότερα ο αρχηγός τους στρατηγός Μίλβιτς είχε γνωριστεί με τον Ι. Μακρυγιάννη. Λόγω του φιλελευθερισμού τους εθεωρούντο από την οθωνική αστυνομία ύποπτοι τόσο ο Μίλβιτς όσο και εκείνοι που τον συναναστρέφονταν. Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης έγραψε: « τον έκαμαν ύποπτον (τον Μίλβιτς), συνένοχον κι εμένα και στέλνουν και με πολιορκούν και μου κάμουν κατ’ οίκον έρευνα». Όπως έγραψε ο Γιώργος Σεφέρης, «κατά το Σεπτέμβριο του 1851 αρχίζουν και κυκλοφορούν κατηγορίες ανυπόστατες, αστήριχτες, που δεν αποδείχτηκαν ποτέ: Ο Μακρυγιάννης θέλει να σκοτώσει το βασιλιά, θέλει να κάνει δημοκρατία. Ο Μακρυγιάννης συνεννοείται με κάτι πρόσφυγες Πολωνούς που κυκλοφορούν ανατρεπτικές προκηρύξεις […]» (Γ. Σεφέρης, «Ένας Έλληνας – Ο Μακρυγιάννης», «Δοκιμές», τόμος πρώτος, 1936 – 1947, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1981).

Η σκευωρία κατά του Μακρυγιάννη άρχισε να υλοποιείται στις αρχές του 1852. Η κυβέρνηση του Όθωνα και η πλειονότητα των  αθηναϊκών εφημερίδων χρησιμοποίησαν ως όργανό τους έναν γνωστό φαύλο τύπο της νυκτερινής αθηναϊκής ζωής, πασίγνωστο βωμολόχο της πρωτεύουσας, το δικηγόρο και πολιτευτή Ν. Στεφανίδη, ο οποίος δέχτηκε να καταθέσει ότι ο Μακρυγιάννης του εμπιστεύτηκε πως την 25η Μαρτίου του 1852 θα δολοφονούσε με ανθρώπους του το βασιλικό ζεύγος έξω από τον τότε μητροπολιτικό ναό της Αγίας  Ειρήνης. Έγραφε η φιλοβασιλική εφημερίδα ΕΛΠΙΣ (φύλλο της 12ης Απριλίου 1852): « Ο υποστράτηγος Μακρυγιάννης, ανταμώσας το Σάββατον του Λαζάρου τον αξιότιμον δικηγόρον κ. Στεφανίδην απέναντι της εκκλησίας «Καπνικαρέα», τον εσταμάτησε, τον επήρε κατά μέρος και, αφού τον ώρκισε, τω διεκοίνωσεν ότι την επιούσαν (= 25 Μαρτίου) ο βασιλεύς και η βασίλισσα θα φονευθούν. Ο κ. Στεφανίδης εξεπλάγη διά την ανακοίνωσιν ταύτην, εζήτησεν ακριβεστέρας πληροφορίας, τας οποίας δεν ηθέλησε να τω δώση ο κ. Μακρυγιάννης. Εζήτησεν αυτάς και εν τη οικία του τελευταίου, όπου μετέβη μετ’ ολίγας ώρας, αλλά την αυτήν αντέταξεν άρνησιν ο κ. Μακρυγιάννης […]». Βέβαια ο συντάκτης του κειμένου εξήρε τον «πατριωτισμό» του Στεφανίδη, γιατί με την καταγγελία του απέτρεψε μια εθνική συμφορά.

Το αποτέλεσμα των καταγγελιών του Ν. Στεφανίδη ήταν να τεθεί ο παλιός αγωνιστής επί εξάμηνο σχεδόν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τα αστυνομικά όργανα τον ανέκριναν, για να συγκεντρώσουν στοιχεία, ώστε να τεκμηριωθεί η εναντίον του κατηγορία. Έγραψε χαρακτηριστικά στο έργο του « Οράματα και Θάματα» («Επίκλησις προς το Θεόν») : «Και έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο δρασκελιές κάμαρη… και γιατρόν να μη βλέπομεν, ούτε ν’ αφήνουν κανένα να πλησιάσει να μας ιδεί. Αρρώστησε η φαμίλια μου και κάτω την κατέβασαν. Κάνω την έκθεσίν μου εις τον Τύπον, ούτε μίλησε καμιά εφημερίδα δι’ ημάς. Μας κάνουν ανάκρισες ολουνών. Κάνουν κατ’ οίκον έρευνα, σπίτια, κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες. Και σε έξι μήνες ήρθε ο μοίραρχος  με την στολήν του όπου με φύλαγε και μου λέγει να πάγω εις την φυλακή του Μενδρεσέ, όπου φυλακώνουν τους κακούργους […]» (Τάσος Βουρνάς, ό. π., σ. 382). Επειδή οι πληγές του από τα τραύματα που είχε υποστεί κατά την Επανάσταση του 1821 είχαν κακοφορμίσει, τον μετέφεραν στο στρατιωτικό νοσοκομείο, όπου παρέμεινε φρουρούμενος.

Στις 16 Μαρτίου του 1853 στο Στρατοδικείο Αθηνών άρχισε η δίκη του Μακρυγιάννη, η οποία ολοκληρώθηκε την επόμενη μέρα. Δημοσιογράφος της εφημερίδας ΑΙΩΝ έγραψε στο φύλλο της 18ης Μαρτίου 1853: «Χθες, 17 Μαρτίου, ετελείωσεν η δίκη του υποστρατήγου Μακρυγιάννη […]. Το δικαστήριον, περί ώραν 2 μ. μ. αποσυρθέν εις το δωμάτιον των διασκέψεων, εξήλθε μετά πέντε λεπτά καταδικάζον εις θάνατον τον κατηγορούμενον διά ψήφων έξι έναντι μιας αθωωτικής […].Μετά τούτο ο καταδικασθείς Ι. Μακρυγιάννης μετηνέχθη (= μεταφέρθηκε) εις την φυλακήν του εντός του Στρατιωτικού Νοσοκομείου[…]». Στη συνέχεια παρέθεσε ορισμένες προσωπικές στιγμές του  αγωνιστή μετά την καταδίκη του. Περνώντας πίσω από την Ακρόπολη και βλέποντας τη θέση όπου πληγώθηκε άλλοτε πολεμώντας κατά των Τούρκων, συγκινήθηκε και ξέσπασε σ’ ένα κλέφτικο τραγούδι, ώσπου να φθάσει στη φυλακή. Οι Αθηναίοι αμίλητοι, με δάκρυα στα μάτια, παρακολουθούσαν το μαρτύριο του γέρο – στρατηγού.

Ενάμιση χρόνο αργότερα (το Σεπτέμβριο του 1854) με παρέμβαση του υπουργού των Στρατιωτικών (παλιού του συναγωνιστή κατά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και μετέπειτα πολιτικού του αντιπάλου) Δημητρίου Καλλέργη ο Μακρυγιάννης αποφυλακίστηκε και επέστρεψε στο σπίτι του (κοντά στην Ακρόπολη). Όμως η δικαστική περιπέτεια κλόνισε την ψυχική του υγεία. Κατεχόμενος από μελαγχολία ζούσε μια ιδιόρρυθμη ζωή. Διημέρευε σ’ ένα σπήλαιο στην αυλή του σπιτιού του, όπου δεχόταν τους λιγοστούς του φίλους (Ιωάννη Κονδυλάκη, ιστορικό μυθιστόρημα με τίτλο «Κάτω ο τύραννος», δημοσιευμένο σε συνέχειες στην εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, (φύλλο της 9ης Οκτωβρίου 1909)).  Αλλά ούτε και τότε τον άφηναν ήσυχο τα όργανα του θρόνου: του πετούσαν στην αυλή του πέτρες και «ανθρώπινες μαγαρισιές» φωνάζοντάς του: «Φάγε μαγαρισιές, στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσεις, οπούθελες να κάμεις σύνταμα!» (Τάσος Βουρνάς, ό. π., σ. 383).        

 

Ι. Μακρυγιάννης

Ι. Μακρυγιάννης

Advertisements

One thought on “Η σκευωρία και η καταδίκη του στρατηγού Ι. Μακρυγιάννη

  1. Pingback: Η σκευωρία και η καταδίκη του στρατηγού Ι. Μακρυγιάννη | Αδεως

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s