Η «βιομηχανία» των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου

Με βάση τα κατά καιρούς συντάγματα οι βασικές αρμοδιότητες της Βουλής είναι η άσκηση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και η συζήτηση και ψήφιση νομοσχεδίων. Πριν από τη θέσπιση του Συντάγματος του 1952 κατ’ έθιμο ήταν ανεκτή η έκδοση από το Υπουργικό Συμβούλιο, για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, διαταγμάτων νομοθετικού περιεχομένου υπό την αίρεση ή τον όρο μελλοντικής κύρωσής τους από τη νομοθετική εξουσία.

Το Σύνταγμα του 1952 «νομιμοποίησε» την έκδοση τέτοιων πράξεων. Η σχετική συνταγματική διάταξη έδινε πλέον τη δυνατότητα στην εκάστοτε Κυβέρνηση να ρυθμίζει με τον τρόπο αυτό διάφορα ζητήματα, επικαλούμενη έκτακτες ανάγκες. Για παράδειγμα, κατά τη διετία 1961 – 1962 η κυβέρνηση της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (προδρόμου της σημερινής Νέας Δημοκρατίας) με αιτιολογικό την ανάγκη επιτάχυνσης της νομοθετικής διαδικασίας προέβαινε σε αθρόα έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Το γεγονός αυτό προκαλούσε την αντίδραση της μείζονος και της ελάσσονος αντιπολίτευσης. Σε συνεδριάσεις της Βουλής τη 14η Σεπτεμβρίου 1961 και την 27η Σεπτεμβρίου 1962 βουλευτές της Ενώσεως Κέντρου και της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς επέκριναν την κυβερνητική πρακτική. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ως εισηγητής της ευρύτερης μειοψηφίας, μίλησε για «βιομηχανία» τέτοιων πράξεων, «η οποία έλαβεν απαράδεκτον έκτασιν τον τελευταίον καιρόν». Το ίδιο επικριτικός ήταν και ο βουλευτής, ειδικός αγορητής της Ε.Δ.Α., Ιωάννης Ευαγγελίδης. Ο Παυσανίας Λυκουρέζος χαρακτήρισε την τακτική αυτή «ως αντισυνταγματικήν και καταλύουσαν πάσαν έννοιαν χωρισμού των εξουσιών», ενώ ο Μιχάλης Κύρκος είπε ότι «διά των πράξεων υπουργικού συμβουλίου νομοθετικού περιεχομένου η Κυβέρνησις ανατρέπει το πολίτευμα» (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλα της 15ης Σεπτεμβρίου 1961 και της 28ης Σεπτεμβρίου 1962).

Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας (1974) και την εκφρασθείσα με δημοψήφισμα βούληση του ελληνικού λαού για πολιτειακή αλλαγή έγιναν εκλογές για την ανάδειξη Βουλής, η οποία το 1975 ψήφισε Σύνταγμα που με ελάχιστες τροποποιήσεις ( το 1986 και το 2001)ισχύει ως σήμερα. Και το Σύνταγμα αυτό προβλέπει ότι «σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί, ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση […] μέσα σε σαράντα ημέρες από την έκδοσή τους […]. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής» (άρθρο 44, εδάφιο 1ο ).

Κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης σε λίγες περιπτώσεις, πραγματικά εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, οι Κυβερνήσεις έκαναν χρήση των νομοθετικών αρμοδιοτήτων που τους παρείχε η προαναφερθείσα συνταγματική διάταξη. Για παράδειγμα:

• Την άνοιξη του 1978 έγινε στη Θεσσαλονίκη ισχυρός σεισμός. Λόγω των εκτεταμένων φθορών που προκλήθηκαν σε οικοδομές, αυξήθηκε η ζήτηση διαμερισμάτων για ενοικίαση και συνεπώς και το μηνιαίο μίσθωμα. Το κοινωνικό πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με πράξη νομοθετικού περιεχομένου της 28ης Ιουλίου 1978, η οποία καθόριζε (3ο άρθρο) ότι «μέχρι της 31ης Αυγούστου 1980 δεν επιτρεπόταν στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης  αύξηση του ενοικίου που καταβαλλόταν την 24η Μαΐου 1978 (:ημερομηνία του σεισμού) […]» (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 20ης Απριλίου 1980).

•Το καλοκαίρι του 1982 λόγω πολυήμερης απεργίας των τραπεζοϋπαλλήλων προκλήθηκαν προβλήματα στην πληρωμή γραμματίων και συναλλαγματικών. Μετά από τη λήξη της οι τράπεζες ζητούσαν απ’ όσους δεν είχαν ρυθμίσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις τόκους υπερημερίας. Και το ζήτημα αυτό ρυθμίστηκε με πράξη νομοθετικού περιεχομένου (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 9ης Ιουλίου 1982). Και στις δυο περιπτώσεις το υπουργικό συμβούλιο έκανε πράξη το πνεύμα του συνταγματικού νομοθέτη του άρθρου 44, εδάφιο 1ο .

Κατά τις επόμενες δεκαετίες ελάχιστα χρησιμοποιήθηκε η διάταξη αυτή για τη θέσπιση νόμων. Οι  υπουργοί  υπέβαλλαν νομοσχέδια στη Βουλή που ψηφίζονταν σύμφωνα με τις διαδικασίες τις προβλεπόμενες από το Σύνταγμα. Όμως η σημερινή τρικομματική κυβέρνηση, για να «περάσει» αντιλαϊκά μέτρα, εφαρμόζει κατά κόρον τη δυνατότητα που της δίνει η παραπάνω συνταγματική διάταξη κι έτσι ουσιαστικά καταστρατηγεί το άρθρο 26 του Συντάγματος, το οποίο καθορίζει τη διάκριση των εξουσιών που κατά την άποψη του Αριστοτέλη (Πολιτικά, 1298α), του Μοντεσκιέ ( Το πνεύμα των νόμων ) και άλλων πολιτικών στοχαστών αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατίας.

Η υποβολή από το Υπουργικό Συμβούλιο τέτοιων πράξεων συνιστά στρέβλωση της νομοθετικής διαδικασίας, δεδομένου ότι ουσιαστικά παρακάμπτεται η Βουλή. Οι πράξεις αυτού του είδους εφαρμόζονται από τη στιγμή της δημοσίευσής τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Έτσι, κι αν ακόμα δεν κυρωθούν από τη Βουλή μετά από τέσσερις περίπου μήνες, παύουν να ισχύουν μελλοντικά. Συνεπώς δεν ανατρέπονται οι συνέπειές τους για το διάστημα όπου ίσχυσαν. Επιπλέον, σε αντίθεση με τα υποβαλλόμενα νομοσχέδια που επιδέχονται τροποποιήσεις κατά τη συζήτησή τους στο Κοινοβούλιο, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου απλώς εγκρίνονται από τους βουλευτές, οι οποίοι βρίσκονται προ τετελεσμένων.

 

Vouli ton Efibon olomeleia

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s