Μια σύγκριση που προκαλεί απογοήτευση

Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες πολιτικές προσωπικότητες της νεότερης Ελλάδας. Κατά την αρχή της επανάστασης του 1821 υπηρετούσε ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας. Από τη θέση αυτή συνέβαλε – ασκώντας την επιρροή του στο Ρώσο αυτοκράτορα Αλέξανδρο Α΄- στην αποτροπή της στρατιωτικής επέμβασης της Ιερής Συμμαχίας στο επαναστατικό κίνημα των Ελλήνων. Ο Αυστριακός καγκελάριος Μέττερνιχ, θορυβημένος από τη διπλωματική στήριξη που παρείχε ο Καποδίστριας στους επαναστατημένους ομοεθνείς του, με τις μηχανορραφίες του τον εξανάγκασε να παραιτηθεί από το αξίωμά του το 1822. Έκτοτε ο Επτανήσιος πολιτικός ιδιώτευε στη Γενεύη της Ελβετίας, έδειχνε όμως έμπρακτα το ενδιαφέρον του για τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων.

Το 1827 η ελληνική επανάσταση περνούσε κρίσιμες στιγμές. Ο Καποδίστριας από το Βερολίνο όπου βρισκόταν, όταν πληροφορήθηκε το θάνατο του αρχιστράτηγου Γεωργίου Καραϊσκάκη (23 Απριλίου), την πτώση των Αθηνών και τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η προσωρινή κυβέρνηση της Ελλάδας (είχε αναγκαστεί να ζητήσει δάνειο από τις αρχές της υπό αγγλική αρμοστεία Ιονίου Πολιτείας) έστειλε επιστολή στον Πρόεδρο της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας Γεώργιο Σισίνη, στην οποία του έγραφε: «Έστειλα μέρος της μικράς μου περιουσίας εις τον αδελφόν μου (εννοούσε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια) παραγγέλλων ή να λάβη μέρος εις το δάνειον, εάν τούτο γίνη, ή να εγχειρίση εις την προσωρινήν κυβέρνησιν 2.000 αγγλικάς λίρας, επεβόησα (= απευθύνθηκα) δε συγχρόνως και προς άλλους εν τη ξένη ευκαταστάτους Έλληνας, ίνα γένωνται μιμηταί μου, οίτινες με ήκουσαν, και ούτως η προσωρινή κυβέρνησις θέλει δυνηθή προς το παρόν να αντιμετωπίση τας βιαιοτέρας ανάγκας».

Εβδομήντα ακριβώς χρόνια αργότερα, το 1897, το ελληνικό κράτος βρισκόταν σε πολύ δύσκολη οικονομική κατάσταση. Είχαν προηγηθεί η πτώχευση του 1893 και ο πόλεμος με την Οθωμανική αυτοκρατορία το 1897, στον οποίο ηττήθηκε η Ελλάδα και υποχρεώθηκε να καταβάλει πολεμική αποζημίωση. Η κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει τις βασικές ανάγκες, κατέφυγε σε εσωτερικό δανεισμό, εκδίδοντας έντοκες ομολογίες. Αυτοί που έσπευσαν να τις αγοράσουν με σκοπό να στηρίξουν την καταρρέουσα πατρίδα ήταν μόνον οι φτωχοί. Οι πλούσιοι κώφευσαν στο κάλεσμα της κυβέρνησης. Τη στάση τους καυτηρίασε ένας αρθρογράφος της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ (φύλλο της 29ης Ιουλίου 1897). Μεταξύ των άλλων έγραφε (Το αρχαΐζον κείμενό του το έχω αποδώσει στη δημοτική, για να είναι κατανοητό από τους σημερινούς αναγνώστες):

« Η Ελλάδα βρίσκεται στις ίδιες θλιβερές περιστάσεις, στις οποίες βρισκόταν και κατά την εποχή όπου έγραφε τις παραπάνω γραμμές ο Καποδίστριας. Τότε ο μετά από λίγο Κυβερνήτης της χώρας έσπευσε να αποστείλει στην ελληνική κυβέρνηση μεγάλο μέρος της μικρής του περιουσίας, ενώ οι εύποροι ομογενείς, μιμούμενοι αυτόν, συμμετείχαν ολόψυχα στις ανάγκες της πατρίδας που κινδύνευε.

Σήμερα (το 1897) οι ελληνικές περιουσίες εκατονταπλασιάστηκαν. Σε εκατοντάδες αριθμούνται οι εκατομμυριούχοι, χιλιάδες είναι οι εύποροι που έχουν πολύ περισσότερα από την πενιχρά περιουσία του Καποδίστρια. Κι όμως πόσοι από αυτούς συμμετέχουν στο δάνειο, με το οποίο πρόκειται η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει τις κατεπείγουσες ανάγκες στη δυσχερή αυτή περίσταση του εθνικού βίου; Σε 6.000.000 δραχμές ανήλθαν οι εγγραφές (σημ.: για την αγορά ομολογιών). Ανώτατοι άρχοντες, πολυτάλαντοι υπουργοί, βουλευτές και δήμαρχοι εκατομμυριούχοι, εισοδηματίες και μεγαλοκτηματίες δεν γράφτηκαν ούτε για μια ομολογία. Η φιλοπατρία τους περιορίζεται σε λόγια και σε σοφά παραγγέλματα, απ’ τα οποία το έθνος σήμερα δεν έχει ανάγκη. Πιθανώς από τα «φώτα» τους, τα οποία ζητούν να παράσχουν στις παρούσες περιστάσεις κάποιοι πολιτικοί, ωφελιμότερη θα ήταν η προσφορά λίγων χιλιάδων δραχμών. Προτιμότερο θα ήταν, αν αυτοί μιμούμενοι το παράδειγμα του Καποδίστρια άνοιγαν τα διά τριπλών και τετραπλών κλείθρων κεκλεισμένα χρηματοκιβώτια τους». Και κατέληγε ο αρθρογράφος: « Αλλά φαίνεται ότι με τους λαμπρούς εκείνους χρόνους, καθ’ ους έπιπτον οι μαχηταί υπέρ της ελευθερίας, παρήλθον και αι αρεταί εκείναι αι διακρίνουσαι τον τότε κυβερνήτην της Ελλάδος και τους θυσιάζοντας τας περιουσίας των υπέρ των αναγκών της αγωνιζομένης πατρίδος. Η φιλοπατρία πλέον κατήντησεν φθηνόν εμπόρευμα, περιοριζομένη εις κενάς περιεχομένου φράσεις…».

Αυτά έγραφε ο αρθρογράφος του ΕΜΠΡΟΣ το 1897. Τελικά η χώρα τον επόμενο χρόνο τέθηκε υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Ανάλογες καταστάσεις αντιμετωπίζει σήμερα το ελληνικό κράτος. Οι μνημονιακές κυβερνήσεις , για να αντιμετωπίσουν τα ελλείμματα, επιβάλλουν δυσβάστακτους φόρους στα ασθενέστερα εισοδηματικά κοινωνικά στρώματα οδηγώντας τα στην εξαθλίωση. Μάλιστα, για να πείσουν τους πολίτες ότι θα πρέπει να καταβάλουν τα «χαράτσια», επικαλούνται τον πατριωτισμό τους. Αντίθετα οι πολιτικοί (στην πλειονότητά τους) δεν έχουν καμιά διάθεση να παραιτηθούν από τα προνόμιά τους (λ.χ. τις φοροαπαλλαγές ) ούτε να διαθέσουν μέρος της περιουσίας τους για τις ανάγκες της πατρίδας, όπως έκανε το 1827 ο Καποδίστριας. Από την άλλη πλευρά οι οικονομικοί παράγοντες ενδιαφέρονται μόνον για την αύξηση του πλούτου τους. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τούτο: κατά την προεπαναστατική περίοδο οι Έλληνες επιχειρηματίες πλούτιζαν στο εξωτερικό (στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αίγυπτο και αλλού) και έστελναν τα χρήματά τους στην Ελλάδα, για να γίνουν κοινωφελή έργα· σήμερα διάφοροι μεγαλοεργολάβοι,  μεγαλέμποροι και γενικά  μεγαλοκεφαλαιούχοι πλουτίζουν στην Ελλάδα (πολλές φορές και με αθέμιτα μέσα) και στέλνουν τα λεφτά τους σε τράπεζες του εξωτερικού, για να τα διασφαλίσουν από τον κίνδυνο χρεοκοπίας.

 

Ιωάννης Καποδίστριας

Ιωάννης Καποδίστριας

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s