Η λεηλασία της Ελλάδας από τους Γερμανούς κατά την περίοδο της Κατοχής

Το Μάρτιο του 1945 συγκλήθηκε το Ειδικό Δικαστήριο δοσίλογων, για να δικάσει τους πρωθυπουργούς Γεώργιο Τσολάκογλου, Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο και Ιωάννη Ράλλη και τους υπουργούς των κυβερνήσεών τους. Από την αίθουσα του δικαστηρίου παρέλασαν πολλοί μάρτυρες κατηγορίας. Σημαντικότερες ήταν οι καταθέσεις ανώτατων υπαλλήλων της Τράπεζας της Ελλάδας, των υπουργείων Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας κ.ά., οι οποίοι με επίσημα στοιχεία απέδειξαν την πολύμορφη λεηλασία της Ελλάδας από τις κατοχικές στρατιωτικές δυνάμεις (κυρίως τους Γερμανούς), για την οποία συνυπεύθυνοι ήταν οι δικαζόμενοι.

  Α. Η λεηλασία του Τελωνείου Πειραιώς

     Τη 19η Μαρτίου 1945 (κατά τη 16η ημέρα της δίκης των δοσίλογων) κατέθεσε επί μακρόν ο γενικός διευθυντής Φορολογίας του υπουργείου Οικονομικών Αρ. Πέπας. Ο μάρτυρας βεβαίωσε ότι από τις πρώτες μέρες κατοχής της χώρας οι Γερμανοί δέσμευσαν όλα τα εμπορεύματα που βρίσκονταν στις αποθήκες του Τελωνείου Πειραιώς. Έγινε πραγματική λεηλασία. Αρχηγοί γερμανικών στρατιωτικών μονάδων έκλεβαν διάφορα είδη και τα έστελναν στο εξωτερικό. Συγκεκριμένα αφαίρεσαν από τον Πειραιά: 7.000 τόνους γαιάνθρακα, χιλιάδες οκάδες δερμάτων, 8.000 σάκους καφέ, 3.000 τόνους ζάχαρης, 1.000 τόνους χοιρινού λίπους, 1.500 μπάλες μαλλιού κ. ά.. Γενικά, πήραν μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων αξίας άνω των 800.000 χρυσών λιρών από την Ελεύθερη Ζώνη του Πειραιά και 148.000 χρυσών λιρών από τις Γενικές Αποθήκες (εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλα της 20ης Μαρτίου 1945).

Β. Η διαρπαγή των καπνών

     Εκεί όπου εκδηλώθηκε κυρίως η αρπακτική διάθεση των Γερμανών ήταν στο ζήτημα των ελληνικών καπνών. Ο στρατάρχης Φον Λιστ με διαταγή που εξέδωσε τη 18η Απριλίου 1941 όριζε ότι θα δεσμευόταν όλη η παραγωγή του 1940, για να καλυφθούν οι ανάγκες του γερμανικού στρατού. Τα δεσμευθέντα καπνά πληρώθηκαν από τους Γερμανούς σε τιμές του 1939, οι οποίες λόγω του πληθωριστικού χαρτονομίσματος που κυκλοφορούσε είχαν καταστεί εξευτελιστικές. Σύμφωνα με  κατάθεση του γενικού διευθυντή Φορολογίας του υπουργείου Οικονομικών Α. Πέπα «εις Λάρισα επληρώθησαν καπνά διά καταθέσεως της αξίας των εις το Ταμείο Παρακαταθηκών με ποσόν που δεν κάλυπτε ούτε την αξία του ατσαλιού, με το οποίον ήσαν δεμένα τα δέματα ». 

Οι κατοχικές δυνάμεις άρπαξαν και καπνά που «βρίσκονταν στα χέρια» εμπόρων (προηγούμενων εσοδειών). Έτσι πήραν συνολικά 110.000 – 120.000 τόνους αξίας 19 δισεκατομμυρίων προπολεμικών δραχμών (εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλα της 20ης Μαρτίου 1945). Οι ελληνικές κυβερνήσεις με εγκυκλίους και νομοθετήματά τους  διευκόλυναν τους κατακτητές στη διαρπαγή. Είναι ενδεικτικός ο νόμος που όριζε ότι τα μη παραδιδόμενα καπνά θα χαρακτηρίζονταν ως λαθρεμπορικά και όσοι τα έκρυβαν θα διώκονταν ποινικώς.

Η λεηλασία αυτή είχε ως συνέπεια τη μεγάλη μείωση της παραγωγής καπνού. Σύμφωνα με το μνημειώδες έργο του Κ. Α. Δοξιάδη « Αι θυσίαι της Ελλάδος στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» η ετήσια παραγωγή στην τετραετία της Κατοχής (1941 – 1944) μειώθηκε κατά 89% (παραγωγή 1938: 48.000 τόνοι / ετήσια παραγωγή 1941 – 1944: 5.400 τόνοι).

Γ.Η διαρπαγή άλλων αγροτικών προϊόντων  

     Οι κατοχικές δυνάμεις από την 1η Μαΐου έως την 30η Σεπτεμβρίου 1941 προχώρησαν σε επιτάξεις ποικίλων αγροτικών προϊόντων. Συγκεκριμένα: 4.000 τόνων σύκων, 15.000 τόνων σουλτανίνας, 56.000 τόνων κορινθιακής σταφίδας, 5.000 τόνων βάμβακος, όλης της παραγωγής πορτοκαλιών του 1941, 8.000 τόνων αγουρέλαιου, 10.000 τόνων κοινού ελαιόλαδου, 200 τόνων κουκουλιών, 200 τόνων φακής κ.ά. (Τα στοιχεία αυτά παρατίθενται στο βιβλίο «Ιστορία της Αντίστασης 1940 – 1945», εκδόσεις Αυλός, τόμος 1ος , σ.σ. 159 – 160. Πολλά από τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώθηκαν από καταθέσεις στο δικαστήριο των δοσίλογων την 21η Μαρτίου 1945 του διευθυντή του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας Αθ. Τριανταφύλλη και του γενικού διευθυντή του Γενικού Χημείου του κράτους Όθ. Μοδινού, εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλα της 22ας Μαρτίου 1945. ).

Η λεηλασία αυτή συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής με τη συνεπικουρία των κατοχικών κυβερνήσεων. Είναι χαρακτηριστικός ο νόμος, με τον οποίο υποχρεώνονταν οι αμπελουργοί να δίνουν το 30% της παραγωγής κρασιών στους Γερμανούς (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 22ας Μαρτίου 1945).

Οι αγρότες, συνειδητοποιώντας ότι ο μόχθος τους εξυπηρετούσε άμεσα τους κατακτητές, αναγκάστηκαν να μειώσουν την παραγωγή προϊόντων που δέσμευαν οι κατοχικές δυνάμεις. Ενδεικτικά:

Βαμβάκι: παραγωγή του 1938: 45.300 τόνοι/ετήσια παραγωγή κατά την Κατοχή: 11.300 τόνοι. Μείωση 75%.

Ελαιόλαδο: παραγωγή του 1938: 102.805 τόνοι/ετήσια παραγωγή κατά την Κατοχή 87.000 τόνοι. Μείωση 16%.

Σταφίδα: παραγωγή 1938: 187.372 τόνοι/ετήσια παραγωγή κατά την Κατοχή 63.000 τόνοι. Μείωση 66%.

Δ. Η διαρπαγή άλλων ειδών

     Παράλληλα οι Γερμανοί δέσμευσαν όλα τα καύσιμα και τα αποθέματα της χώρας σε χαλκό, χρώμιο, κ.λπ. Έφθασαν μάλιστα στο σημείο να καταλάβουν τις αλυκές και να κάνουν λαθρεμπόριο αλατιού. Η αρπαγή του αλατιού γινόταν με έναν πρωτότυπο τρόπο: σήμαιναν συναγερμό, κατά τη διάρκεια του οποίου φόρτωναν στα αυτοκίνητα αλάτι που προοριζόταν για «μαύρη αγορά». Δεν ήθελαν να υπάρχουν μάρτυρες της έκνομης αυτής πράξης τους. Ακόμα άρπαξαν περίπου 2.500 τόνους φωτιστικού πετρελαίου και ένα εκατομμύριο κουτιά σπίρτα, τα οποία αντάλλαξαν με τρόφιμα από τη «μαύρη αγορά» (εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλα της 21ης Μαρτίου 1945). Εξυπακούεται βέβαια ότι στο λαθρεμπόριο αυτό πρωτοστατούσαν Έλληνες συνεργάτες των κατακτητών.

Ε. Η «ληστεία» μέσω του κλήριγκ

     Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 στο εξωτερικό εμπόριο κυριάρχησε η μέθοδος του διακανονισμού «κλήριγκ». Οι διεθνείς συναλλαγές δεν γίνονταν με βάση το μετατρέψιμο συνάλλαγμα, αλλά με βάση διακρατικές συμφωνίες που κοστολογούσαν τα προς ανταλλαγή προϊόντα και φρόντιζαν να ισοσκελίζουν την αξία των εισαγωγών με την αντίστοιχη των εξαγωγών, στο πλαίσιο ειδικών λογαριασμών. Κατά την προπολεμική περίοδο το κλήριγκ ήταν ενεργητικό για την Ελλάδα. Οι Γερμανοί μας χρωστούσαν 150.000.000 μάρκα (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 18ης Μαρτίου 1945). Φρόντισαν όμως να «αποπληρώσουν» το χρέος τους κατά την περίοδο της Κατοχής με δυο τρόπους:

  1. Με την αποστολή στην Ελλάδα προϊόντων που δεν ήταν αναγκαία για τον ελληνικό λαό, αλλά για τις κατοχικές δυνάμεις. Για παράδειγμα, έστελλαν ξυλάνθρακες που  χρησιμοποιούσε ο στρατός κατοχής για την κίνηση των τρένων. Όμως η αξία των ξυλανθράκων επιβάρυνε την κατακτημένη χώρα (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 18ης Μαρτίου 1945). 
  2. Με τη διατίμηση των ελληνικών προϊόντων που εξάγονταν προς τη Γερμανία σε εξευτελιστικές τιμές και των γερμανικών που εισάγονταν στην Ελλάδα σε υπέρογκες τιμές. Έτσι βρέθηκε η Ελλάδα να χρωστά στη Γερμανία δεκάδες εκατομμυρίων μάρκων (εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλα της 22ας Μαρτίου 1945).

 ΣΤ. Η «δράση» της Ντεγκρίγκες

     Η Ντεγκρίγκες ήταν μια γερμανική εταιρεία, η οποία είχε αναλάβει το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο της Ελλάδας. Με βάση συμφωνίες που έκανε με τις κατοχικές ελληνικές κυβερνήσεις καρπωνόταν τη διαφορά της τιμής ενός προϊόντος ανάμεσα στον τόπο παραγωγής του και στον τόπο κατανάλωσής του (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλα της 18ης και 21ης Μαρτίου 1945 ).

Για όλες αυτές τις καταστροφές και τις λεηλασίες τι έχουν πληρώσει οι Γερμανοί που αρνούνται να συζητήσουν το θέμα των πολεμικών επανορθώσεων;

Τίτλος δημοσιεύματος εφημερίδας Ριζοσπάστης, 18/3/1945

Τίτλος δημοσιεύματος εφημερίδας ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 18/3/1945

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s