Τα κατοχικά Τάγματα Ασφαλείας (δεύτερο μέρος)

1ο μέρος

Η αντιμετώπιση των ταγματασφαλιτών από το μεταπολεμικό ελληνικό κράτος

Μετά την αποχώρηση από την Ελλάδα των γερμανικών στρατευμάτων το φθινόπωρο του 1944 τα Τάγματα Ασφαλείας πολιορκήθηκαν σε διάφορες πόλεις από τις δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ.. Σε άλλες περιπτώσεις έγιναν φονικές μάχες (στον Πύργο, στις περιοχές της Καλαμάτας και αλλού), σε άλλες όμως οι ταγματασφαλίτες παραδόθηκαν είτε σε βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις που έφθαναν στη χώρα είτε στον Ε.Λ.Α.Σ., με τον όρο να αποφασίσει για την τύχη τους η εθνική κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 23ης Μαΐου 1964). Στην Αθήνα οι άνδρες των Ταγμάτων Ευζώνων (κοινώς οι γερμανοτσολιάδες) οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο του Γουδή, όπου παρέμειναν – υποτίθεται – φρουρούμενοι. Όμως, σύμφωνα με δηλώσεις του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου, «η κυβέρνηση για λόγους ανθρωπισμού τους είχε δώσει όπλα για την προσωπική τους ασφάλεια» (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 16ης Μαρτίου 1945). Ακόμα ηγετικά στελέχη των παραστρατιωτικών αυτών σωμάτων καθώς και οι εμπνευστές για τη συγκρότησή τους  εγκλείστηκαν στις φυλακές «Αβέρωφ» που  είχαν μεταβληθεί σε φυλακές «πολυτελείας». Αυτό το επιβεβαιώνουν και τα όσα έλεγε ο Θεόδωρος Πάγκαλος που συνελήφθη λίγες μέρες μετά την απελευθέρωση ως υποκινητής για την ίδρυση των Ταγμάτων Ασφαλείας (εφημερίδες ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 27ης Οκτωβρίου 1944). Δήλωνε ότι στου «Αβέρωφ» δεν κρατείται, αλλά απλώς φιλοξενείται (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 4ης Νοεμβρίου 1944). Γενικά παρά τις πομπώδεις δηλώσεις του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου και άλλων κυβερνητικών στελεχών για παραδειγματική τιμωρία όσων συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, φαινόταν ότι δεν υπήρχε η πολιτική βούληση για κάτι τέτοιο. Αντίθετα σε άλλες χώρες (Γαλλία, Βέλγιο, Γιουγκοσλαβία κ. ά.) πολλοί δοσίλογοι είχαν οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Πενήντα περίπου μέρες μετά την απελευθέρωση άρχισαν τα «Δεκεμβριανά», γεγονός που λειτούργησε ως «κολυμβήθρα του Σιλωάμ» για τους ταγματασφαλίτες. Έτσι :

• Πολλοί από αυτούς εντάχτηκαν στα Τάγματα Εθνοφυλακής, δηλαδή στον εθνικό στρατό που συγκροτήθηκε μετά την Κατοχή.

•Άλλοι εισήχθησαν στη Σχολή Ευελπίδων παρά τις αντιδράσεις του δημοκρατικού τύπου. Έγραφε για το θέμα αυτό ένας αρθρογράφος της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ (φύλλα της 9ης Αυγούστου 1945 και 7ης Δεκεμβρίου 1945): « Σήμερον ο εθνικός στρατός – η εθνοφυλακή – είναι γεμάτη από αξιωματικούς και άνδρας των Ταγμάτων Ασφαλείας. Και η Σχολή των Ευελπίδων ανέλαβε να διδάξει την στρατιωτικήν τέχνην και τον πατριωτισμόν εις 107 ταγματασφαλίτας, οι οποίοι μετά τρία έτη θα πλαισιώσουν τον ελληνικόν στρατόν. Και ουδείς ερυθριά».

•Ορισμένοι ( ο Ιωάννης Ράλλης, ο πρωθυπουργός που συγκρότησε τα Τάγματα Ασφαλείας, ο Ι. Πλυτζανόπουλος, ο αρχηγός των Ταγμάτων Ευζώνων της Αθήνας, ο Αλ. Λάμπου, διευθυντής της Ειδικής Ασφάλειας και άλλοι) οδηγήθηκαν στις δικαστικές αίθουσες χάρη στην επιμονή του υπουργού Δικαιοσύνης Κολυβά. Όμως με δικονομικά τερτίπια είτε αθωώθηκαν είτε οι ποινές που τους επιβλήθηκαν ήταν πολύ μικρές σε σχέση με το μέγεθος των εγκλημάτων που διέπραξαν.

• Άλλοι έγινε προσπάθεια να ανταμειφθούν για τη δράση τους! Ο αρχηγός των Ταγμάτων Ασφαλείας Πελοποννήσου συνταγματάρχης Δ. Παπαδόγκωνας, ο οποίος είχε σκοτωθεί στα Δεκεμβριανά, προήχθη με διάταγμα  του υπουργείου Στρατιωτικών (το 1945) μετά θάνατο σε υποστράτηγο δυνάμει ενός κατοχικού νόμου. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση της κοινής γνώμης και του τύπου και ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης του ναύαρχου Πέτρου Βούλγαρη (8 Απριλίου – 17 Οκτωβρίου 1945) υποστήριξε ότι η προαγωγή έγινε από λάθος και ότι το σχετικό διάταγμα ακυρώθηκε. Παράλληλα τόνισε ότι με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου «ηκυρώθησαν οι νόμοι της κυβερνήσεως Ράλλη «περί παροχής ηθικής και υλικής αμοιβής φονευομένων και εξαφανισθέντων ή εξαφανιζομένων στρατιωτικών εν γένει υπηρετησάντων εις τα Τάγματα Ασφαλείας Ευζώνων» και ο νόμος 1792 «περί επεκτάσεως των διατάξεων του προηγουμένου νόμου εις τας οικογενείας των ανωτέρω». Αυτά γράφτηκαν στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 22ας Αυγούστου 1945. Και ο αρθρογράφος, παίρνοντας αφορμή από το προαναφερθέν «λάθος» του υπουργείου Στρατιωτικών, υπογράμμιζε: « όσοι υπηρέτησαν εις τα Τάγματα Ασφαλείας θα έπρεπε να υποβιβαστούν εις την τάξιν του στρατιώτου και να στερηθούν ισοβίως των πολιτικών των δικαιωμάτων. Όσοι εξ αυτών βαρύνονται με εγκλήματα να δικαστούν επί εσχάτη προδοσία». 

Ειδικότερα η μεταθανάτια προαγωγή του Διονυσίου Παπαδόγκωνα αντιμετωπίστηκε ως σκάνδαλο και από τη αγγλική Βουλή των Κοινοτήτων. Ο βουλευτής ταγματάρχης Ουΐλκις, που κατά την εποχή της Κατοχής είχε υπηρετήσει στην Ελλάδα με ειδική αποστολή, στη συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τη 15η Οκτωβρίου 1945 υπέβαλε την πρόταση να διαταχθεί το αγγλικό στρατιωτικό κλιμάκιο που είχε σταλεί στην Ελλάδα να σταματήσει τον εξοπλισμό, τον ανεφοδιασμό και την εκπαίδευση ταγμάτων του ελληνικού στρατού, εφόσον προάγονταν αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν υπηρετήσει στα Τάγματα Ασφαλείας. Ο υφυπουργός των Εξωτερικών Έκτωρ Μακ Νέιλ απάντησε ότι μόλις έγινε γνωστή στο Φόρεϊν Όφφις  η προαγωγή Παπαδόγκωνα, ο υπουργός των Εξωτερικών ζήτησε από την αγγλική πρεσβεία των Αθηνών να εξακριβώσει το γεγονός και να του αναφέρει σχετικώς. Αυτή λοιπόν ήταν η αιτία που ο τότε πρωθυπουργός Π. Βούλγαρης ακύρωσε αμέσως το διάταγμα της προαγωγής και επανέφερε στους παλιούς τους βαθμούς πολλούς αξιωματικούς των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι οποίοι είχαν προαχθεί από τις κατοχικές κυβερνήσεις (εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ και ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλα της 16ης Οκτωβρίου 1945).

Papadogonas

Το αποκορύφωμα όμως της «μεγαλοψυχίας» του ελληνικού κράτους προς τους δοσίλογους γενικά και τους ταγματασφαλίτες ειδικότερα ήταν το σχέδιο νομοθετικού διατάγματος «περί τροποποιήσεως των διατάξεων περί ποινικού μητρώου», το οποίο υπέβαλε υπό την κρίση της Επιτροπής Εξουσιοδοτήσεως ο υπουργός Δικαιοσύνης το 1954 (επί κυβερνήσεως του Ελληνικού Συναγερμού του Αλέξανδρου Παπάγου). Καταργείτο, ουσιαστικά μ’ αυτό, το έγκλημα τους εθνικής προδοσίας και απολύονταν από τους φυλακές όλοι οι δοσίλογοι. Συγκεκριμένα παραγράφονταν οι σε βάρος τους αποφάσεις, είτε είχαν εκτελεστεί εν όλω ή εν μέρει είτε δεν είχαν εκτελεστεί. Έτσι αποφυλακίζονταν όλοι οι δοσίλογοι ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της πράξης για την οποία βαρύνονταν. Και το χειρότερο ήταν ότι αποδίδονταν στην κοινωνία με λευκό ποινικό μητρώο (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 8ης Σεπτεμβρίου 1954). Αντίθετα όσοι πολίτες είχαν σκοτώσει ταγματασφαλίτες μετά την Κατοχή και δεν είχαν δικαστεί γι΄ αυτό ήταν φυγόδικοι. Για παράδειγμα, δικάστηκε μια γυναίκα για το φόνο ταγματασφαλίτη δεκαεννιά χρόνια μετά την πράξη της και της επιβλήθηκε ποινή δεκαετούς φυλάκισης (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 27ης Απριλίου 1963).

Advertisements

2 thoughts on “Τα κατοχικά Τάγματα Ασφαλείας (δεύτερο μέρος)

  1. Pingback: Από τα Τάγματα Ασφαλείας στην Απριλιανή Χούντα - Μέρος 1ο: Η ενσωμάτωση των Ταγμάτων Ασφαλείας στον εθνικό κορμό | ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ, ΕΛΛΑΔΑ, ΙΣΤΟΡ

  2. Pingback: Από τα Τάγματα Ασφαλείας στην Απριλιανή Χούντα – Μέρος 1ο: Η ενσωμάτωση των Ταγμάτων Ασφαλείας στον εθνικό κορμό | Ελεύθερη Λαική Αντιστα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s