Τα κατοχικά Τάγματα Ασφαλείας (πρώτο μέρος)

Μια από τις μελανές σελίδες της ιστορίας της περιόδου της Κατοχής είναι αυτή όπου καταγράφηκε η δράση των ταγματασφαλιτών, των Ελλήνων που συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις για την αντιμετώπιση της μεγαλειώδους εθνικής αντίστασης του ελληνικού λαού. Μετά την απελευθέρωση, ενώ κοινό αίτημα ήταν η παραδειγματική τιμωρία τους, η Πολιτεία όχι μόνο δεν τους τιμώρησε, αλλά πολλούς τους αντάμειψε για το δοσιλογισμό τους. Στο σημερινό post θα αναφερθώ ακροθιγώς σε ορισμένες πτυχές του ζητήματος αυτού.

 

1.  Η συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας

Στα τέλη Μαΐου του 1941 μετά την κατάληψη και της Κρήτης από τα γερμανικά στρατεύματα ολόκληρη η χώρα τέθηκε υπό τον έλεγχο των Γερμανών και των συμμάχων τους Ιταλών και Βούλγαρων. Κατά τους πρώτους μήνες της Κατοχής η αντίσταση των υπόδουλων Ελλήνων ήταν ανοργάνωτη και αποσκοπούσε στην επιβίωση του λαού (συγκρότηση συσσιτίων) και στην καταρράκωση του γερμανικού γοήτρου (π.χ. το κατέβασμα της χιτλερικής σημαίας από την Ακρόπολη των Αθηνών τη νύχτα της 30ης Μαΐου 1941 από το Μανόλη Γλέζο και τον Απόστολο Σάντα). Σιγά – σιγά η αντίσταση άρχισε να απλώνεται και να οργανώνεται. Το Σεπτέμβριο ιδρύθηκαν οι τρεις βασικές αντιστασιακές οργανώσεις: ο «Εθνικός Δημοκρατικός Ελληνικός Σύνδεσμος» (Ε.Δ.Ε.Σ), η «Εθνική και Κοινωνική Απελευθέρωση» (Ε.Κ.Κ.Α.) και το «Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο» (Ε.Α.Μ.). Σύμφωνα με τα ιδρυτικά καταστατικά τους και οι τρεις αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ως άμεσο στόχο τον αγώνα κατά των κατακτητών για την απελευθέρωση της χώρας και ως έμμεσο τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την οικοδόμηση ενός σταθερού δημοκρατικού πολιτεύματος στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Σταδιακά το Ε.Α.Μ., ιδίως μετά την οργάνωση του ένοπλου τμήματός του, του Ε.Λ.Α.Σ. (το Φεβρουάριο του 1942), είχε κυριαρχήσει στην ύπαιθρο. Οι δυνάμεις κατοχής και οι κυβερνήσεις «κουίσλιγκς», του Τσολάκογλου αρχικά και ύστερα του Λογοθετόπουλου, αδυνατούσαν να καταπνίξουν την εθνική αντίσταση. Τότε κάποιοι απόστρατοι αξιωματικοί άρχισαν να ανησυχούν από την εντεινόμενη δραστηριότητα του Ε.Α.Μ. θεωρώντας ότι θα επικρατούσε μετά την απελευθέρωση. Έτσι ύστερα από την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ιωάννη Ράλλη (τον Απρίλιο του 1943) δρομολογήθηκαν οι διαδικασίες για τη συγκρότηση των Ταγμάτων Ασφαλείας ή Ταγμάτων Ευζώνων, των γερμανοτσολιάδων, όπως τους αποκαλούσε χλευαστικά ο λαός λόγω της αμφίεσής τους. Ήταν παραστρατιωτικές ομάδες που δημιουργήθηκαν με τη συναίνεση των Γερμανών στα τέλη της άνοιξης και στις αρχές του καλοκαιριού του 1943 και έδρασαν ως το τέλος της Κατοχής. Δραστηριοποιήθηκαν στην Πελοπόννησο, στη Δυτική Στερεά Ελλάδα (κυρίως  στην Αιτωλοακαρνανία), στην Εύβοια, στην Αθήνα και διάφορες ομάδες, όπως η Π.Α.Ο., στη Μακεδονία. Στην Πελοπόννησο ιδρύθηκαν επιπλέον και Εθελοντικά Τάγματα Χωροφυλακής που δεν διέφεραν στη δράση τους από τα Τάγματα Ασφαλείας (απλώς υπάγονταν τυπικά στο υπουργείο των Εσωτερικών, ενώ ουσιαστικά στη γερμανική κατοχική διοίκηση, από την οποία σιτίζονταν και εξοπλίζονταν).

Τα Τάγματα Ασφαλείας στελεχώθηκαν από «κάθε καρυδιάς καρύδι»: από ανθρώπους με αμβλυμμένη εθνική συνείδηση, από αντικομμουνιστές[1] αξιωματικούς, από καιροσκόπους που προσπαθούσαν να πλουτίσουν από τις «υπηρεσίες» που πρόσφεραν στους κατακτητές. Και είναι αλήθεια ότι αυτοί τους αντάμειβαν για τον προδοτικό τους ρόλο. Είναι χαρακτηριστική η ημερήσια διαταγή της 27ης Δεκεμβρίου 1943, την οποία απηύθυνε προς τους άνδρες του ο υποστράτηγος Αλέξ. Λάμπου, διευθυντής της Ειδικής Ασφαλείας (μετά την απελευθέρωση εισήχθη σε δίκη για δοσιλογισμό): « Ο ανώτατος Αρχηγός των σωμάτων Ασφαλείας Σίμανα (σημ. ήταν ο Γερμανός διοικητής των S.S. στην Ελλάδα και αρχηγός της Αστυνομίας), ο πολλαπλώς μέχρι σήμερον επιδείξας το ενδιαφέρον του προς τους άνδρας της υπηρεσίας μου, επιθυμών και εμπράκτως να δείξει την προς αυτούς εκτίμησίν του διά την κατά του κομμουνισμού δράσιν των, ην αγρύπνως παρακολουθεί, παρεχώρησεν εις τον υποφαινόμενον ως δώρον διά τας εορτάς των Χριστουγέννων 10 σάκους νήματος. Το νήμα τούτο θα εκποιήσω και το εξ αυτού εισπραχθησόμενον ποσόν θα διανείμω εις τους οπλίτας αναλόγως των επιτυχιών, ας μέχρι σήμερον έκαστος έσχεν» (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 12ης Οκτωβρίου 1944).

 

2.  Η δράση των ταγματασφαλιτών και η συνεργασία τους με τους κατακτητές.

Η δράση των ανδρών των Ταγμάτων Ασφαλείας ήταν ποικίλη και αποσκοπούσε στην κατάπνιξη της εθνικής αντίστασης. Οι ταγματασφαλίτες διενεργούσαν ελέγχους σε σπίτια για τη σύλληψη ανταρτών. Οι επιχειρήσεις τους αυτές συνδυάζονταν με  πλιάτσικο και  εκφοβισμό πολιτών. Σε άλλες περιπτώσεις ξυλοκοπούσαν και βίαζαν γυναίκες που είχαν συγγενείς στον Ε.Λ.Α.Σ. ή έκαιγαν τα σπίτια τους.

Το κτίριο του πρώην Ορφανοτροφείου Χατζηκώνστα λειτούργησε ως φυλακή, όπου οι γερμανοτσολιάδες κρατούσαν όσους αιχμαλώτους δεν έπαιρναν οι Γερμανοί για να τους εγκλείσουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου ή για να τους στείλουν για καταναγκαστική εργασία στη Γερμανία. Σύμφωνα με κατηγορητήρια σε δίκες δοσίλογων το 1945, πολλοί από τους κρατούμενους πατριώτες αναγκάστηκαν να δώσουν στους ταγματασφαλίτες λίρες ή άλλα τιμαλφή για να ελευθερωθούν (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 7ης Μαρτίου 1945).

Ακόμα οι άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας συμμετείχαν  σε μπλόκα, που έκαναν οι Γερμανοί ως αντίποινα για το φόνο στρατιωτών τους, καθώς και σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον ανταρτών. Συχνά μάλιστα επαινέθηκαν από  Γερμανούς αξιωματούχους για τη συμπαράσταση και την αφοσίωσή τους στις κατοχικές δυνάμεις. Χαρακτηριστικό είναι ένα ευχαριστήριο κείμενο που έστειλε λίγες μέρες μετά την τριήμερη μάχη στην Κοκκινιά (6 – 8 Μαρτίου 1944) ο Γερμανός διοικητής των S.S. στην Ελλάδα Βάλτερ Σίμανα προς τον υπουργό των Εσωτερικών της δοσιλογικής κυβέρνησης Ι. Ράλλη, στο οποίο εξέφραζε την ευαρέσκειά του «διά την παραδειγματικήν διαγωγήν των μετασχόντων εις την επιχείρησιν αξιωματικών, υπαξιωματικών και χωροφυλάκων» (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 12ης Οκτωβρίου 1944).

     Σαφές δείγμα της αγαστής συνεργασίας των Ταγμάτων Ασφαλείας με τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις είναι το γεγονός ότι οι ταγματασφαλίτες έκαναν εκτελέσεις Ελλήνων ως αντίποινα για τους φόνους Γερμανών στρατιωτών από τους αντάρτες. Το ίδιο έκαναν οι Γερμανοί για το φόνο ταγματασφαλιτών (Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας, σελ. 387).

Το φθινόπωρο του 1944 διαφαινόταν η κατάρρευση της Γερμανίας. Ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου από τη Νάπολι της Ιταλίας (όπου είχε φθάσει μαζί με τα μέλη της εξόριστης εθνικής κυβέρνησης περιμένοντας την αποχώρηση των εχθρικών στρατευμάτων για να γυρίσουν στην Ελλάδα) την 29η Σεπτεμβρίου απηύθυνε ραδιοφωνικό διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Αναφερόμενος στα Τάγματα Ασφαλείας καλούσε τους άνδρες τους να παύσουν να συνεργάζονται με τους κατακτητές. «Εφόσον ευρίσκονται εις την υπηρεσίαν του εχθρού», είπε, «θα αντιμετωπίζονται ως εχθρικά. Υπό τοιαύτας συνθήκας η σύγκρουσις με αυτά δεν είναι ούτε αυτοδικία ούτε εμφύλιος πόλεμος». Την ίδια μέρα κηρύχτηκε απεργία των δημοσίων υπαλλήλων με αίτημα τη διάλυση των Ταγμάτων Ασφαλείας (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 30ης Σεπτεμβρίου 1944). Παρά ταύτα οι ταγματασφαλίτες εξακολούθησαν να βοηθούν με κάθε τρόπο την αποχώρηση των Γερμανών, μαχόμενοι εναντίον των ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 23ης Μαΐου 1964). Ο Ιωάννης Πλυτζανόπουλος, αρχηγός των γερμανοτσολιάδων της Αθήνας, με διαταγή που απηύθυνε στους άνδρες του την 5η Οκτωβρίου 1944 (μετά από μια βδομάδα έφυγαν οι Γερμανοί από την πρωτεύουσα) έλεγε: «Αλλά επειδή είμαστε τίμιοι Έλληνες, δεν θα ξεχάσουμε το λόγο μας και δεν θα στρέψουμε ποτέ τα όπλα εναντίον των Γερμανών» (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 12ης Οκτωβρίου 1944). Στην Πάτρα ένας από τους όρους που έθεσε ο διοικητής του εκεί Τάγματος Ασφαλείας, προκειμένου να παραδοθεί, ήταν η δέσμευση του Ε.Λ.Α.Σ. ότι θα άφηνε τους Γερμανούς να αποχωρήσουν ανενόχλητοι (Μάγερ Χέρμαν, Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα: τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα, εκδόσεις Εστία 2004, σελ. 599).

Ένα γεγονός που είναι δηλωτικό της απανθρωπιάς των ταγματασφαλιτών είναι το ακόλουθο: τη νύχτα της 29ης προς την 30η Νοεμβρίου 1943 κύκλωσαν τα  νοσοκομεία των Αθηνών, όπου νοσηλεύονταν ανάπηροι του πολέμου του ’40. Τα ξημερώματα εισέβαλαν στους θαλάμους και κακοποίησαν ανάπηρους, ιδεολογικά προσκείμενους στο Ε.Α.Μ.. Το προσωπικό δεν έτυχε καλύτερης μεταχείρισης. Στοιβαγμένοι στις κλούβες ανάπηροι, νοσοκόμοι, γιατροί οδηγήθηκαν και κλείστηκαν στις φυλακές του Χατζηκώνστα (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 19ης Οκτωβρίου 1979).

Γενικά τα Τάγματα Ασφαλείας:

 • χαρακτηρίστηκαν ως προδοτικά τόσο από την ελληνική κυβέρνηση που είχε καταφύγει στο Κάιρο όσο και από το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 9ης Αυγούστου 1945).

•Είχαν αποκηρυχτεί από εκπροσώπους και των τριών αντιστασιακών οργανώσεων (Ε.Α.Μ., Ε.Δ.Ε.Σ. και Ε.Κ.Κ.Α.) στις συζητήσεις που προηγήθηκαν για την υπογραφή της συμφωνίας της Πλάκας Αράχθου (29 Φεβρουαρίου 1944).

• Στο κείμενο της Διάσκεψης της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944)  είχαν χαρακτηριστεί ως όργανα του εχθρού και οι συμμετέχοντες σ’ αυτά θα αντιμετωπίζονταν ως δοσίλογοι, αν δεν παραδίδονταν «συμφώνως με εκδοθησομένας διαταγάς του Ρόναλντ Σκόμπι», του Άγγλου στρατηγού ο οποίος θα αναλάμβανε τη διοίκηση του ελληνικού στρατού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς.

Ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου καταθέτοντας στο δικαστήριο των δοσίλογων ως μάρτυρας κατηγορίας είπε ότι επανειλημμένως η βρετανική κυβέρνηση του συνέστησε να καταγγείλει αυτές τις παραστρατιωτικές οργανώσεις. Τέλος σε έγγραφο των S.S. που βρέθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών αναφερόταν ότι μόνον με τα Τάγματα Ασφαλείας μπορούσε η Γερμανία μετά το 1943 να κρατήσει την Ελλάδα (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 16ης Μαρτίου 1945).

tagmata-asfaleias


[1] Σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση των Ταγμάτων Ασφαλείας έπαιξε η σύγκρουση των τριών αντιστασιακών οργανώσεων, η οποία όξυνε τα πάθη ανάμεσα στον εαμικό και τον αντιεαμικό κόσμο. Η διαμάχη τους (με υποκίνηση των Άγγλων) άρχισε στα μέσα του 1943 και κορυφώθηκε στις αρχές του 1944. Ιδίως μετά τη σύλληψη (τον Απρίλιο του 1944) του αρχηγού της Ε.Κ.Κ.Α. συνταγματάρχη Δ. Ψαρρού και την εκτέλεσή του κάτω από ανεξακρίβωτες συνθήκες από έναν αντάρτη του Ε.Λ.Α.Σ., πολλά μέλη της Ε.Κ.Κ.Α. εντάχτηκαν στις τάξεις των Ταγμάτων Ασφαλείας.

Advertisements

One thought on “Τα κατοχικά Τάγματα Ασφαλείας (πρώτο μέρος)

  1. Pingback: 1941 Τα κατοχικά Τάγματα Ασφαλείας (πρώτο μέρος) | Σίμος Κουταλιανός

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s