Μια πολιτική «τηλε-μαχία» το 1902

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1902 συζητούνταν στο Κοινοβούλιο θέματα αρμοδιότητας του υπουργείου Δικαιοσύνης. Ο βουλευτής Μεσσηνίας Κωνσταντίνος Κουμουνδούρος, πρωτότοκος γιος του πρώην πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου, εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον του υπουργού Κωνσταντίνου Τοπάλη κατηγορώντας τον για ωμή παρέμβαση στο έργο των ανακριτικών υπηρεσιών με στόχο την εξυπηρέτηση κομματικών συμφερόντων. Ο υπουργός θεώρησε ότι τα όσα λέχτηκαν ξεπερνούσαν τα όρια του κοινοβουλευτικού ελέγχου και ότι αποτελούσαν μομφή εναντίον του. Ο βουλευτής με τη σειρά του επέμεινε στα όσα καταλόγισε στον υπουργό κι έτσι αποφασίστηκε να λυθεί η διαφορά τους με μονομαχία (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 14ης Φεβρουαρίου 1902). Μάλιστα ο Τοπάλης υπέβαλε την παραίτησή του στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη. Παρά τις υποδείξεις φίλων τους ότι «θα έπρεπε να δώσουν τόπο στην οργή» οι δυο πολιτικοί ήταν ανένδοτοι. Έτσι με άκρα μυστικότητα – για να αποφύγουν τους δημοσιογράφους –  καθόρισαν τον τόπο, όπου θα μονομαχούσαν. Την τελευταία όμως στιγμή η παρέμβαση της αστυνομίας ανέβαλε τη σύγκρουσή τους. Αυτά συνέβησαν το πρωί της 15ης Φεβρουαρίου 1902 (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 16ης Φεβρουαρίου 1902). Παρά ταύτα δεν αποθαρρύνθηκαν. Συμφώνησαν, λοιπόν, να μονομαχήσουν το επόμενο πρωινό σ’ ένα μέρος κοντά στην Κηφισιά. Τα γεγονότα τα πληροφορούμαστε από δημοσιεύματα των εφημερίδων ΣΚΡΙΠ και ΕΜΠΡΟΣ (φύλλα της 17ης Φεβρουαρίου 1902). Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης/η αναγνώστρια του post, η περιγραφή της μονομαχίας είναι παραστατική και λεπτομερής, γιατί οι δημοσιογράφοι ήταν αυτόπτες μάρτυρες του συμβάντος. Ακόμα εντυπωσιάζει η πλήρης ταυτότητα των πληροφοριών που παρατίθενται στα δυο έντυπα:

Βράδυ της 15ης Φεβρουαρίου 1902. Στην έπαυλη του Π. Μάνου στην Κηφισιά βρίσκονταν οι δυο αντίπαλοι πολιτικοί μαζί με τους μάρτυρες και τους γιατρούς τους. Σε λίγες ώρες «θα όπλιζαν την χείρα των με πιστόλια κατ’ αλλήλων». Ο τέως υπουργός Κ. Τοπάλης μαζί με τους μάρτυρές του Λαπαθιώτη, Καλλιοντζή και Γιαννηκώστα έφθασαν στην Κηφισιά την πρώτη μεταμεσονύκτια ώρα. Οι μάρτυρες παρέμειναν σε κάποια αίθουσα καπνίζοντας και συνομιλώντας μέχρι το πρωί, ενώ ο τέως υπουργός αποσύρθηκε σε δωμάτιο, το οποίο είχε ετοιμαστεί γι’ αυτόν, και κατακλίθηκε.

Μια ώρα αργότερα έφθασε η άμαξα που μετέφερε τον Κ. Κουμουνδούρο, τους μάρτυρές του Κρεστενίτη και Σμολένιτς και το γιατρό του Παπαϊωάννου. Κι αυτοί φιλοξενήθηκαν κατά τα προσυμφωνηθέντα στο σπίτι του Μάνου.

Τρία ακόμα πρόσωπα είχαν ανέβει στην Κηφισιά για τη μονομαχία. Ο ένας ήταν ο Π. Λεβίδης «εκ λόγων συμπαθείας προς τον κ. Τοπάλην». Οι άλλοι ήταν ο υπομοίραρχος Ζάχος και ο Διαμαντόπουλος. Οι δύο τελευταίοι είχαν εντολή εκ μέρους της Κυβερνήσεως να παρακολουθήσουν τη μονομαχία. Η αποστολή τους ήταν διττή: να εξασφαλίσουν με την παρουσία τους την τέλεσή της, αποτρέποντας κάθε αστυνομική παρέμβαση, και να αναφέρουν στο υπουργείο των Εσωτερικών την έκβασή της.

Ως χώρος της μονομαχίας ορίστηκε ένα χέρσο χωράφι στο Κεφαλάρι. Οι δυο αντίπαλοι πολιτικοί δεν γνώριζαν από την προηγούμενη ημέρα τον τόπο όπου θα μονομαχούσαν. Τον έμαθαν την 5η πρωινή, όταν ξύπνησαν. Αμέσως ντύθηκαν και άρχισαν τις προετοιμασίες. Επειδή έκανε πολύ κρύο, αποφασίστηκε από τους μάρτυρες να γίνει κάθε προκαταρκτική εργασία στο σπίτι του Μάνου. Εκεί δοκιμάστηκαν τα πιστόλια, ορίστηκε εκείνος που θα έδινε το παράγγελμα και δόθηκαν στους αντίπαλους οι δέουσες οδηγίες. Ο υποστράτηγος Γιαννηκώστας τούς ανέπτυξε λεπτομερειακά τους όρους της μονομαχίας.

Την 6η πρωινή περίπου οι δυο μονομάχοι βγήκαν από το σπίτι σε δυο ομίλους και κατευθύνθηκαν προς το Κεφαλάρι. Όταν έφθασαν στο καθορισμένο μέρος,  στάθηκαν ο ένας απέναντι από τον άλλο. Και οι δυο διατηρούσαν την ψυχραιμία τους. Αλλά, αν ήθελε κάποιος να συγκρίνει τις δυο φυσιογνωμίες, θα εύρισκε απαθέστερο το πρόσωπο του Κουμουνδούρου. Οι κινήσεις του όμως πρόδιδαν τη νευρικότητά του. Βημάτιζε δεξιά και αριστερά κουνώντας συγχρόνως τη ράβδο του. Αντίθετα ο Τοπάλης στεκόταν ακλόνητος, ενώ για αρκετό χρονικό διάστημα είχε τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος του.

Στο μεταξύ οι μάρτυρες κανόνιζαν τις τελευταίες λεπτομέρειες. Ο Σμολένιτς και ο Λαπαθιώτης μέτρησαν την απόσταση των 20 βημάτων, που θα χώριζε τους μονομάχους, και έριξαν τη δεκάρα «κορώνα ή γράμματα», για να καθορίσουν τις θέσεις τους. Ακολούθως τους έδωσαν τα μικρά πιστόλια μονομαχίας, τα οποία ανήκαν στον Π. Μάνο. Ο Τοπάλης και ο Κουμουνδούρος  πήραν θέση μονομαχίας, αφού προηγουμένως είχαν βγάλει τα πανωφόρια τους.

Ο Γιαννηκώστας φώναξε: «ετοιμαστείτε»! Οι δυο αντίπαλοι σήκωσαν τα πιστόλια. Η κρίσιμη στιγμή είχε φτάσει! Αμέσως δόθηκε το δεύτερο παράγγελμα: «πυρ, εν, δύο, τρία».  Ο Τοπάλης, αντί να πυροβολήσει τον αντίπαλό του, σήκωσε προς τα πάνω το πιστόλι του. Σχεδόν ταυτόχρονα έκανε το ίδιο και ο Κουμουνδούρος. Οι δυο αντίπαλοι δεν θέλησαν να αλληλοσκοτωθούν.

– «Κύριοι, η μονομαχία τελείωσε», φώναξε ένας από τους μάρτυρες. – «Κενώσατε τα πιστόλια σας εις τον αέρα». Ο Τοπάλης το εκκένωσε προς τα πάνω· ο Κουμουνδούρος το εκκένωσε προς τη γη.

Οι δυο αντίπαλοι φόρεσαν αμέσως τα παλτά τους και αποχώρησαν μαζί με τους μάρτυρες και τους γιατρούς τους από τον τόπο της μονομαχίας. – «Να δώσουν τα χέρια», φώναξε κάποιος μάρτυρας. – «Δεν πειράζει. Πάμε στου Μάνου και εκεί γίνεται αυτό», απάντησε κάποιος άλλος. Πράγματι κατευθύνθηκαν στην έπαυλη του Π. Μάνου. Στο δρόμο οι μάρτυρες εξέφραζαν τη χαρά τους για το αίσιο αποτέλεσμα της μονομαχίας.

Στην οικία του Μάνου ο Τοπάλης και ο Κουμουνδούρος αντάλλαξαν θερμή χειραψία ως ένδειξη συμφιλίωσης. Ο τέως υπουργός σε ερώτηση δημοσιογράφων απάντησε: «Ύψωσα το πιστόλιόν μου προς τα επάνω, διότι δεν ηθέλησα να πυροβολήσω τον κ. Κουμουνδούρον, προς τον οποίον ουδέποτε ήμην διατεθειμένος εχθρικώς. Την διά των όπλων λύσιν της διαφοράς εζήτησα χάριν της ακεραιότητος του υπουργικού αξιώματος. Ελπίζω δε ότι γίνεται φανερόν ότι, αφού χάριν του υπουργικού αξιώματος δεν εδίστασα να εκθέσω εις κίνδυνον την ζωήν μου εν μονομαχία, πολύ περισσότερον δεν ηδυνάμην να μειώσω το γόητρον του υπουργικού αξιώματος ένεκα ταπεινών ελατηρίων και προσωπικών ή κομματικών εκδικήσεων».

Δέκα λεπτά μετά το πέρας της μονομαχίας ο υπομοίραρχος Ζάχος πληροφορούσε τηλεφωνικά τον πρωθυπουργό και τον υπουργό των Εσωτερικών για την έκβασή της: «Η μονομαχία εγένετο. Ουδείς εκ των αντιπάλων επυροβόλησεν». Μισή ώρα αργότερα τα Ανάκτορα ζητούσαν πληροφορίες για το συμβάν από το διευθυντή του τηλεφωνικού κέντρου Κηφισιάς.

Την 8η πρωινή της 16ης Φεβρουαρίου όσοι συμμετείχαν στη διαδικασία της μονομαχίας βγήκαν από την έπαυλη του Π. Μάνου, επιβιβάστηκαν στις άμαξες που περίμεναν εκεί και πήραν το δρόμο για την Αθήνα. Καθ’ όλη την ημέρα έφθαναν στους δυο πολιτικούς συγχαρητήρια τηλεγραφήματα από τις εκλογικές περιφέρειές τους, τη Μεσσηνία και το Βόλο.

Το ήθος το οποίο επέδειξαν οι δυο πολιτικοί επαινέθηκε από τους δημοσιογράφους, δεδομένου ότι η στάση τους ήταν ένα αποφασιστικό πλήγμα στο αιματηρό έθιμο της μονομαχίας, που ως τότε είχε στοιχίσει τη ζωή σε πολλούς πολιτικούς και στρατιωτικούς. Στο κύριο άρθρο της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ (φύλλο της 17ης Φεβρουαρίου 1902) ο αρθρογράφος μεταξύ άλλων τόνιζε: « Αι δύο άσκοποι σφαίραι εκτύπησαν τον αστείον ιπποτισμόν της νεοελληνικής κοινωνίας να αλληλοσπαθίζεται και να αλληλοπιστολίζεται διά ψύλλου πήδημα. Εν Γερμανία, όπου ο αυτοκράτωρ προ πολλού είπεν εις τους Γερμανούς αξιωματικούς ότι δεν έχουν το δικαίωμα να σκοτώνονται διά την φιλοτιμίαν των, αλλά μόνον διά την Γερμανίαν, ο θεσμός της μονομαχίας υπέστη τον τελειωτικόν κλονισμόν του. Εις την Ελλάδα δεν τα ακούομεν αυτά. Θέλομεν να είμεθα ιππόται εις το Γουδί και τον Ποδονίφτη. Η κοινωνία όμως θα ονομάσει ιππότας μόνον εκείνους, οι οποίοι, αρνούμενοι να μονομαχούν, θα σώσουν από του εξευτελισμού το κουρέλι τον Ποινικόν νόμον της Ελλάδος, όστις δεν τιμωρεί σήμερον τους εμπλεκομένους εις μονομαχίας».

Για να εκτιμηθεί σωστά η στάση των δυο πολιτικών, καλό είναι να ληφθεί υπόψη η ανδρεία που είχαν επιδείξει πέντε χρόνια νωρίτερα στον ελληνοτουρκικόπόλεμο του 1897. Αυτό τόνιζε και ο αρθρογράφος του ΣΚΡΙΠ: « Εκείνος ο οποίος ρίπτεται εις την σφαγήν των Πέντε Πηγαδιών, όπως ο Κ. Κουμουνδούρος, εκείνος ο οποίος αφήνει την οικιακήν του ευμάρειαν και πηγαίνει εις το πεδίον της μάχης, όπως ο Κ. Τοπάλης, δεν κινδυνεύουν να θεωρηθούν δειλοί διά τον τρόπον που εμονομάχησαν. Θα ήτο τερατώδης ηλιθιότης αυτή η γνώμη και αλίμονον αν εφθάσαμεν εις το σημείον να ζητώμεν από τους εν πολέμω αψηφήσαντας την ζωήν των νέους «τίτλους» τιμής».      

250px-Konstantinos_Koumoundouros      

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s