“Ο τραγικός είναι ο χειμών, η τραγωδία είναι οι άστεγοι”

Πριν από λίγα χρόνια στα ψιλά των εφημερίδων είχε δημοσιευτεί η είδηση: «Αιματηρή συμπλοκή αστέγων για ένα παγκάκι σ’ ένα πάρκο (αν δεν με απατά η μνήμη μου) της Γλυφάδας». Ήταν ένα θλιβερό γεγονός ενδεικτικό της εξαθλίωσης μιας μερίδας συμπολιτών μας. Από τότε το πρόβλημα των απόκληρων της κοινωνίας διογκώθηκε. Όχι μόνο αυξήθηκε υπερβολικά ο αριθμός τους, αλλά άλλαξε και το προφίλ του σημερινού άστεγου. Δεν είναι πια ο άνθρωπος που αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα ή που παρουσιάζει αποκλίνουσα συμπεριφορά. Είναι ο άνθρωπος που πριν από λίγους μήνες είχε τη βολή του, τη δουλειά του, τον κοινωνικό του περίγυρο. Είναι ο χαμηλοσυνταξιούχος, ο άνεργος, ο μικρέμπορος, ο οποίος έβαλε λουκέτο στην επιχείρησή του, και άλλοι προερχόμενοι από ευπαθείς κοινωνικές ομάδες. Όλοι αυτοί εξαιτίας της βαθιάς οικονομικής κρίσης βρέθηκαν στο πεζοδρόμιο.

Ανάλογο πρόβλημα αντιμετώπιζε η ελληνική κοινωνία και στις αρχές του 20ου αιώνα.  Τότε  ο αριθμός των αστέγων, ιδιαίτερα στην Αθήνα, αυξήθηκε δραματικά. (Η χώρα βίωνε το Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο που είχε δεσμεύσει μεγάλο μέρος των κρατικών εσόδων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους). Οι άστεγοι της πρωτεύουσας κατά τους θερινούς μήνες κοιμούνταν στα παγκάκια του Εθνικού κήπου ή του Ζαππείου ή μέσα σε καροτσάκια  παντοπωλείων που δένονταν τη νύχτα μπροστά στα καταστήματα. Κατά τους χειμερινούς μήνες εύρισκαν καταφύγιο στα υπόγεια των αστυνομικών τμημάτων ή σε ανεγειρόμενες οικοδομές ή σε σπήλαια γύρω από την Ακρόπολη. Εξαιτίας όμως των δυσμενών καιρικών συνθηκών πολλοί απ’ αυτούς έχαναν τη ζωή τους. Οι δημοσιογράφοι – συγκλονισμένοι από το θάνατο άστεγων γερόντων και παιδιών – προσπαθούσαν να ευαισθητοποιήσουν την κοινή γνώμη για την ανάγκη ανέγερσης ενός ασύλου, ώστε να αντιμετωπιστεί το οξύτατο αυτό κοινωνικό πρόβλημα. Είναι ενδεικτικό ένα δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ (φύλλο της 3ης Νοεμβρίου 1904):

«Ο χειμών ο οποίος ήρχισε τόσον άγριος εφέτος μου έφερε εις την μνήμην το από πολλού συζητούμενον μεταξύ των φιλανθρώπων ζήτημα της ιδρύσεως ασύλου διά τους αστέγους. Είναι μερικά πράγματα τα οποία ενθυμούμεθα, όταν φυσά, όπως και άλλα τα οποία ενθυμούμεθα, όταν πιάνει η ζέστη. Το άσυλο των αστέγων το ενθυμούμεθα μόλις αρχίσει ο χειμών, αλλά μόλις έλθει ο Μάιος το ξεχνούμε. Και πέρυσι και πρόπερσι συνεζητήθη το ζήτημα. Και εφέτος θα συζητηθεί πάλιν χωρίς να γίνει τίποτε. Και όμως πρόκειται περί δαπάνης ολίγων χιλιάδων δραχμών. Ποίος χειμών επέρασε χωρίς να θανατώσει δύο ή τρεις γέροντας, καθώς τους εύρε κοιμωμένους εις το ύπαιθρον; Ποίος αττικός Νοέμβριος ή Δεκέμβριος επέρασε χωρίς να κόψει τη ζωή ενός ή δύο παιδιών που τα εύρε να κοιμώνται γυμνά επάνω εις τα κάθυγρα μάρμαρα;»

Στη συνέχεια ο δημοσιογράφος τόνιζε ότι το ποσό που χρειαζόταν για την ανέγερση του ασύλου ήταν μηδαμινό: «Τι θα απαιτήσει η ανέγερσις ενός τέτοιου οικήματος; Ποτέ περισσότερον των πέντε χιλιάδων δραχμών. Και άλλας εκατόν δρχ. διά πέντε ή δέκα αχυρένια στρώματα». Μάλιστα υποδείκνυε και  τρόπους συγκέντρωσης του απαιτούμενου ποσού: «Αι εισπράξεις μιας «πρώτης» του Βασιλικού θεάτρου θα έφθαναν διά την ανέγερσιν ενός ξύλινου παραπήγματος. Διότι εδώ δεν πρόκειται περί ιδρύματος του οποίου η συντήρησις να απαιτεί κατόπιν μεγάλες δαπάνες». Παράλληλα υποδείκνυε και την πραγματοποίηση ενός εράνου για τη συγκέντρωση του ποσού: « Ας συσταθεί μια επιτροπή εκ κυριών, ας κρούσει τας θύρας των Αθηναίων και ας τους ειπεί: «Ήλθε ένας μέγας καλλιτέχνης, ένας μέγας τραγικός, ο οποίος θα παίξει μιαν τραγωδία εις το ύπαιθρο. Δώστε μας από 25 δραχμές. Ο τραγικός αυτός είναι ο χειμών. Η τραγωδία είναι οι «Άστεγοι»».

Τελικά το «Άσυλο Αστέγων» ιδρύθηκε το 1904 χάρη στη χρηματοδότηση της Φανής Χ. Τυπάλδου – Πρετεντέρη. Ήταν ένα ευρύχωρο οίκημα δεκατριών δωματίων με 40 κλίνες. Οι άστεγοι πλήρωναν το ευτελές ποσό της μιας δεκάρας για να κοιμηθούν τη νύχτα. Όμως η φιλοξενία ήταν προσωρινή. Μπορούσαν να κοιμηθούν στο ίδρυμα μόνο για οκτώ νύχτες. Τη Διεύθυνση του Ασύλου την είχε αναλάβει ο φιλανθρωπικός σύλλογος « Η περίθαλψις» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 27ης Ιανουαρίου 1908).

Το πρόβλημα ήταν ότι η Διεύθυνση του ασύλου δεν υποστηρίχτηκε οικονομικά από το κράτος. Ακόμα, επειδή το κτίριο βρισκόταν μακριά από το κέντρο (στη συνοικία του Αγίου Δανιήλ), οι άστεγοι της Αθήνας είτε δεν γνώριζαν την ύπαρξή του είτε δεν μπορούσαν να πάνε. Έτσι πολλές από τις κλίνες του έμεναν κενές (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 9ης Νοεμβρίου 1908). Παρ’ όλες τις δυσχέρειες που αντιμετώπισε, το ίδρυμα επιτέλεσε σημαντικό έργο. Σύμφωνα με την ετήσια λογοδοσία που έκανε το Διοικητικό συμβούλιο του «Ασύλου Αστέγων», το 1910 στεγάστηκαν σ’ αυτό 3.600 άποροι (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 30ης Απριλίου 1911).

Το 1909 δραστηριοποιήθηκε και ο Δήμος Αθηναίων για να δημιουργήσει ανάλογο ίδρυμα. Τότε ο ομογενής εξ Αιγύπτου Σ. Αχιλλόπουλος έστειλε στο Δήμαρχο Αθηναίων Σπύρο Μερκούρη το μεγάλο για την εποχή εκείνη ποσό των 10.000 δραχμών, για να το διανείμει κατά την εκτίμησή του στους φτωχούς της πόλης. Όμως ο Δήμαρχος το κατέθεσε στην Τράπεζα Αθηνών, για να χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλα ποσά που είχαν κατατεθεί εκεί για την ίδρυση δημοτικού ασύλου αστέγων (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 1ης Νοεμβρίου 1909).  

Εκτός από την Αθήνα άσυλα αστέγων δημιουργήθηκαν, κυρίως χάρη σε χρηματοδότηση από φιλάνθρωπους και την οικονομική στήριξη των δημοτικών αρχών, στον Πειραιά και στην Πάτρα. Με αφορμή το θάνατο ενός αστέγου από το ψύχος στην περιοχή της Τρούμπας το 1902, παράγοντες του Δήμου Πειραιώς δήλωσαν ότι η δημοτική αρχή της πόλης είχε χορηγήσει πίστωση για την ανέγερση ιδρύματος με σκοπό τη στέγαση των άστεγων δημοτών (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 11ης Δεκεμβρίου 1902).  

Στην Πάτρα το άσυλο λειτουργούσε το 1912. Το πληροφορούμαστε από ένα δημοσίευμα (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 22ας Μαρτίου 1912): «Το λειτουργούν εν Πάτραις Άσυλον των αστέγων επρομηθεύθη ήδη τας εκ Γερμανίας αναμενομένας ειδικάς κλίνας και κλινοστρωμνάς εκ καουτσούκ διά την ευχερή απολύμανσιν αυτών. Το ίδρυμα τούτο λειτουργεί ήδη κανονικότατα και περί τους 70 και πλέον γέροντες, νέοι και παιδιά καταφεύγουν το εσπέρας εις αυτό και ευρίσκουν στέγη, όπως υπνώσσουν». Μάλιστα η αστυνομία της πόλης επιδόθηκε στη σύλληψη όλων των επαιτών, τους περισσότερους από τους οποίους το Διοικητικό συμβούλιο του Ασύλου Αστέγων τους έστειλε με έξοδά του στις πατρίδες τους (στα χωριά και τις κωμοπόλεις της περιοχής).

Αλλά και η Πολιτεία το 1919, παρά το γεγονός ότι αντιμετώπιζε τότε πολλά προβλήματα λόγω των πολεμικών περιπετειών που είχαν προηγηθεί (συμμετοχή στους Βαλκανικούς πολέμους (1912 – 1913), Εθνικός Διχασμός (1915 – 1917 ), συμμετοχή στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο (1917 –1918)), προσπάθησε να αντιμετωπίσει το ζήτημα των αστέγων. Το υπουργείο Περιθάλψεως  σε συνεννόηση με το υπουργείο Εσωτερικών έδωσε εντολή στις κατά τόπους αστυνομικές αρχές να μαζέψουν τους επαίτες και να φροντίσουν για τη στέγασή τους σε διάφορα ιδρύματα της περιοχής τους (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 23ης Ιανουαρίου 1919).  

Σε αντίθεση με την κυβέρνηση του Ε. Βενιζέλου το 1919 οι σημερινές μνημονιακές κυβερνήσεις δεν κάνουν τίποτε για την αντιμετώπιση αυτού του κοινωνικού προβλήματος . Η απραξία τους είναι εύλογη, αφού – όπως διακηρύσσουν – έχουν ανώτερο στόχο: τη σωτηρία της πατρίδας. Με τους απόκληρους της κοινωνίας θα ασχοληθούν; Γεννάται όμως το ερώτημα: Γιατί έχει περιληφθεί στο ισχύον σύνταγμα το άρθρο 21, εδάφιο 4, το οποίο καθορίζει ότι « Η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους»; 

 

 

A homeless man sleeps on the pavement in Paris

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s