Η ληστεία της Φαουντέσιον

Το Φθινόπωρο του 1922 αλλά και ύστερα από την υπογραφή της ελληνοτουρκικής σύμβασης της Λωζάννης (30 Ιανουαρίου 1923) «περί ανταλλαγής πληθυσμών»  έφτασαν στην Ελλάδα 1.230.000 Έλληνες πρόσφυγες από τα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας, την περιοχή του Πόντου και την Ανατολική Θράκη. Μέλημα του κράτους ήταν η όσο το δυνατόν ταχύτερη αποκατάστασή τους. Η Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (Ε. Α. Π.) για πρακτικούς και εθνικούς λόγους εγκατέστησε την πλειονότητα των προσφύγων σε αγροτικές περιοχές της Μακεδονίας. Χρειάζονταν όμως καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Γι’ αυτό ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 έγιναν έργα για την αποξήρανση λιμνών και την αποστράγγιση ελωδών εκτάσεων. Τα έργα αυτά, που εξάντλησαν οικονομικά το ελληνικό κράτος, τα ανέλαβαν ξένες εταιρείες και κυρίως η αμερικάνικη «Φαουντέσιον». Αυτή ανέλαβε να αποξηράνει τις λίμνες Αρτζάν και Αμάτοβου (στην περιοχή του Κιλκίς), να διευθετήσει το ρου του Γαλλικού, του Αξιού και του Αλιάκμονα και να αποστραγγίσει τα έλη των Γιαννιτσών.

Οι όροι της σύμβασης του ελληνικού Δημοσίου με τη «Φαουντέσιον» χαρακτηρίστηκαν σκανδαλώδεις, δεδομένου ότι το ελληνικό κράτος πλήρωσε δισεκατομμύρια προπολεμικές δραχμές και αναγκάστηκε να συνάψει ληστρικά δάνεια (τα «παραγωγικά δάνεια», όπως ονομάστηκαν) με τραπεζικούς οίκους του εξωτερικού. Για να γίνει κατανοητό το πόσο σκανδαλώδης ήταν η σύμβαση αυτή, θα κάνω σύντομη αναφορά στα γεγονότα που προηγήθηκαν της υπογραφής της.

Την 3η Οκτωβρίου 1925 (τότε τη διακυβέρνηση της χώρας την ασκούσε ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος) υποβλήθηκε στο υπουργείο Συγκοινωνιών μια μελέτη για την εκτέλεση των έργων της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης (αυτών που τελικά ανατέθηκαν στη Φαουντέσιον). Σύμφωνα μ’ αυτή, αν το κράτος προέβαινε σε τμηματική εκτέλεση των έργων και σε εκποίηση του 1/6 των αποξηραινόμενων γαιών, θα μπορούσε να εκτελέσει όλα τα έργα με δαπάνη μόνον 400 εκατομμυρίων δραχμών.

Την 7η Οκτωβρίου 1925 εκδόθηκε η υπ’ αριθμόν 71993 διαταγή του υπουργού των Συγκοινωνιών προς το Συμβούλιο Δημοσίων Έργων, για να αποφανθεί για τη μελέτη αυτή. Αλλά με ταχύτητα και άκρα μυστικότητα τρεις μέρες αργότερα (τη 10η Οκτωβρίου) δημοσιεύτηκε η σύμβαση του κράτους με τη «Φαουντέσιον». Όμως, για να μην επιστραφεί η υποβληθείσα μελέτη στον επιστήμονα που την εκπόνησε χωρίς καν να έχει εξεταστεί η βασιμότητά της από τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες, προτάθηκε από το υπουργείο Συγκοινωνιών να αγοράσει το κράτος τη μελέτη και να επιβάλει την εκτέλεσή της στη «Φαουντέσιον», αν προηγουμένως το Συμβούλιο Δημοσίων Έργων έκρινε πως αυτή ήταν εφαρμόσιμη. Τελικά ο υπουργός και ο υφυπουργός των Συγκοινωνιών, έχοντας πάρει την απόφασή τους να αναθέσουν οπωσδήποτε τα αποξηραντικά και αποστραγγιστικά έργα στην αμερικάνικη εταιρεία με οποιοδήποτε κόστος, παρέκαμψαν πλήρως το Συμβούλιο Δημοσίων Έργων και διαβίβασαν τη μελέτη στη «Φαουντέσιον» με την παρατήρηση ότι, αν η εταιρεία την θεωρούσε χρήσιμη, θα μπορούσε να την αγοράσει. Όμως οι αντιδράσεις του επιστήμονα που την είχε εκπονήσει ανάγκασαν την ηγεσία του υπουργείου συγκοινωνιών να αναθέσει στο Συμβούλιο Δημοσίων Έργων να αποφανθεί επί του περιεχομένου της μελέτης. Οι μήνες περνούσαν, η μελέτη δεν εισαγόταν προς κρίση από το Συμβούλιο, ενώ οι εργασίες της «Φαουντέσιον» είχαν αρχίσει και το κράτος δαπανούσε καθημερινά εκατομμύρια (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 4ης Σεπτεμβρίου 1926).

Τελικά η σύμβαση κυρώθηκε το 1927 με τον υπ’ αριθ. 3419 νόμο που ψήφισε η Βουλή ύστερα από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας. Οι βασικοί όροι της ήταν οι ακόλουθοι:

1.       Τα έργα θα τα εκτελούσε η εταιρεία για λογαριασμό και με έξοδα του ελληνικού κράτους. Οι προμήθειες που θα λάμβανε ήταν μεγάλες. Ειδικότερα οι δαπάνες για τους μισθούς του ανώτερου τεχνικού προσωπικού της καθορίστηκαν στο 17% και η αμοιβή της στο 15% του συνολικού κόστους των έργων (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 18ης Ιανουαρίου 1947).

2.      Η εταιρεία ήταν υποχρεωμένη να εξασφαλίσει δάνεια από τραπεζικούς οίκους του εξωτερικού για τη χρηματοδότηση των έργων. Όμως, όπως αναφέρθηκε στη Βουλή κατά τη συζήτηση των άρθρων του νομοσχεδίου, υπήρχε μια ουσιώδης αντίφαση. Στη σύμβαση αναφερόταν ότι, αν η εταιρεία δεν εύρισκε χρηματοδότες, το ελληνικό Δημόσιο ήταν υποχρεωμένο να αποζημιώσει εξ ιδίων πόρων την «Φαουντέσιον» για όσα είχε δαπανήσει μαζί με το κέρδος της. Γι’ αυτό ορισμένοι βουλευτές υποστήριξαν ότι, εάν η εταιρεία δεν εύρισκε δανειοδότες σε ορισμένη προθεσμία, θα έπρεπε να κηρυχτεί έκπτωτος (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 28ης Αυγούστου 1927).

3.      Η «Φαουντέσιον» απαίτησε μετά την ολοκλήρωση των έργων να δημιουργηθεί μια άλλη εταιρεία, η οποία θα αναλάμβανε τη συντήρησή τους. Ο όρος αυτός προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Ήταν χαρακτηριστικός ο τίτλος δημοσιεύματος της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ (φύλλο της 28ης Ιουνίου 1928): «Τι κρύπτεται όπισθεν της εταιρίας Φαουντέσιον;». Ο δημοσιογράφος σχολίαζε ότι «με την ίδρυσιν της Εταιρείας Συντηρήσεως των έργων, ήτις πρόκειται να διαδεχθεί την Φαουντέσιον, το δημόσιον θα πληρώσει ως λύτρα υπέρ τα 20 δισεκατομμύρια δραχμές χωρίς κανένα απολύτως αποχρώντα λόγον».

Με απλά λόγια το κράτος για τα αποξηραντικά και τα αποστραγγιστικά έργα στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης πλήρωσε σε ξένους (στην αμερικάνικη εταιρεία και για τόκους στους τραπεζικούς οίκους, κυρίως στη Χάμπρο,) το 40% του κόστους τους. Ο καθηγητής Δ. Στεφανίδης, αποτιμώντας τη σύμβαση αυτή, έγραψε στο βιβλίο του «Η εισροή ξένων κεφαλαίων και αι οικονομικαί και πολιτικαί της συνέπειαι»(σ.250): « Αι συμβάσεις μετά της Φαουντέσιον ουδαμώς περιφρουρούσι  τα συμφέροντα του κράτους και του κοινού. Και αύται μας δεσμεύουν διά μακρόν χρονικόν διάστημα. Χορηγούν εις την ξένην εταιρείαν υπέρογκον αμοιβήν».

Όμως λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε το ελληνικό κράτος και λόγω του γεγονότος ότι είχαν υπογραφεί τότε συμβάσεις και με άλλες εταιρείες με ευνοϊκότερους για το ελληνικό Δημόσιο όρους, αναθεωρήθηκε η αρχική σύμβαση με τη «Φαουντέσιον» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 3ης Απριλίου 1930). Η προμήθειά της περιορίστηκε από το 32% στο 21%.

Η «Φαουντέσιον» και με άλλες πρακτικές της καταλήστευσε το ελληνικό κράτος.

  1. Η εταιρεία αγόρασε τελειότατα και πανάκριβα μηχανήματα εκσκαφής, τα οποία δεν τα χρησιμοποιούσαν σε κανένα ευρωπαϊκό κράτος. (Ας σημειωθεί ότι οι εκσκαφές έγιναν κατά 81% με τα μηχανήματα και μόνον 19% με τα χέρια. Έτσι μεγάλο μέρος εργατών της περιοχής αποκλείστηκε.) Η «Φαουντέσιον» έκανε τις αγορές αυτές, γιατί κέρδιζε από τις υπερτιμολογήσεις των μηχανημάτων. Παράλληλα αυξανόταν το κόστος εκτέλεσης των έργων και συνεπώς η αμοιβή της, η οποία ήταν συνάρτηση του συνολικού κόστους.
  2. Είχε καθιερώσει τη μέθοδο των συνεχών υπεργολαβιών. Είναι ενδεικτική η μαρτυρία ενός εργαζόμενου: «Η ληστρική ξένη εταιρεία Φαουντέσιον έδωσε μια δουλειά κάπου 7.000 κυβικά σε κάποιο εργολάβο προς 16 δραχμές το κυβικό. Αυτός έδωσε την εργολαβία σε άλλον με 11,50 δραχμές. Ο τελευταίος μάς πήρε 25 εργάτες να δουλεύουμε προς 7 δραχμές το κυβικό. Δηλαδή μας κλέβουν ανοιχτά 9 δραχμές το κυβικό» (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 18ης Ιουνίου 1934).
  3. Είχε εφαρμόσει την ανασφάλιστη εργασία. Οι εργάτες δουλεύοντας μέσα σε άθλιες συνθήκες (στους βάλτους και στα νερά για 10 – 15 ώρες ημερησίως με μεροκάματο 40 δραχμές) αρρώσταιναν από ελονοσία και φυματίωση. Η εταιρεία όμως χωρίς κανένα ενδοιασμό τους απέλυε χωρίς αποζημίωση. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν είχαν ούτε τα ναύλα για να γυρίσουν στα χωριά τους. Το ίδιο συνέβαινε και με όσους πάθαιναν εργατικά ατυχήματα. Μάλιστα από τότε εφάρμοσε ελαστικές μορφές εργασίας. Πολλούς εργάτες τους υποχρέωνε να «κάνουν» 3 – 4 μεροκάματα την εβδομάδα. (Από γράμματα διαμαρτυρίας εργαζομένων που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλα 9ης Σεπτεμβρίου 1932, 26ης Ιουνίου 1933, 6ης Αυγούστου 1933, 10ης Ιουνίου 1934).
  4. Για να μεγιστοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερο τα κέρδη της, έκανε κακοτεχνίες. Έτσι το 1935 παρασύρθηκε στην περιφέρεια της Κοζάνης τμήμα της γέφυρας του Αλιάκμονα, ενώ στην περιοχή της Αξιούπολης στο Κιλκίς διακόπηκαν οι συγκοινωνίες, γιατί καταστράφηκαν οι γέφυρες (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 15ης Δεκεμβρίου 1935). Το Φεβρουάριο του 1936 στην περιοχή των Γιαννιτσών 4.000 στρέμματα σπαρμένης γης, λόγω κακοτεχνίας, κατακλύστηκαν από τα νερά του παρακείμενου ποταμού.

Και μια λεπτομέρεια που δείχνει τη ληστρική διάθεση της εταιρείας. Το 1929 ο τότε υπουργός Εθνικής Οικονομίας Βουρλούμης παρενέβη για να επιλύσει τη διαφορά της με τους ψαράδες του Κιλκίς, όταν η εταιρεία επεδίωξε να καρπωθεί ακόμα και το κέρδος από την πώληση των ψαριών των αποξηραινόμενων λιμνών Αμάτοβου και Αρτζάν (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 22ας  Σεπτεμβρίου 1929).

Τελικά η αμερικανική εταιρεία συνέχισε τα έργα ως το 1936. Τότε τελείωσαν τα χρήματα του «παραγωγικού δανείου» και την ολοκλήρωση και συντήρηση των αποξηραντικών και αποστραγγιστικών έργων της Μακεδονίας ανέλαβε το Ειδικό Ταμείο Υδραυλικών Έργων Μακεδονίας (Ε.Τ.Υ.Ε.Μ.) που χρηματοδοτούνταν από το ελληνικό Δημόσιο. (Το Ταμείο είχε ιδρυθεί με τον Α.Ν. 204/1936.)

Η «Φαουντέσιον» όμως βάσει της σύμβασης, η οποία υπογράφηκε το 1927, είχε το δικαίωμα να επανέλθει, αν το Ε.Τ.Υ.Ε.Μ. δεν μπορούσε να συντηρήσει τα έργα. Το 1940 ετοιμάστηκε γι’ αυτό, αλλά κηρύχτηκε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και οι επιδιώξεις της αναβλήθηκαν. Μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου (το 1947) υπέβαλε πάλι τις προτάσεις της.  Τη 14η  Ιανουαρίου 1947 οι εφημερίδες έγραψαν: «Η αμερικανική εταιρεία Φαουντέσιον υπέβαλε στην ελληνική κυβέρνηση προτάσεις, για να αναλάβει πάλι την εκμετάλλευση των υδραυλικών έργων της Μακεδονίας». Είχε προηγηθεί η αμερικανική διείσδυση στην Ελλάδα με το πρόγραμμα της UNRRA και θα ακολουθούσε σε λίγο το Δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ.

apoxiransi

Πλωτός γερανός της Φαουντέσιον

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s