Η λεηλασία των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από το 1950 έως το 2012 (μέρος 1ο)

Τα περισσότερα Ασφαλιστικά Ταμεία, όπως προκύπτει από αναλογιστικές μελέτες,  αντιμετωπίζουν έντονα οικονομικά προβλήματα με συνέπεια αντί για συντάξεις να δίνουν στους απόμαχους της εργασίας κάποια «φιλοδωρήματα». Οι κατά καιρούς αρμόδιοι υπουργοί, για να κατευνάσουν τις διαμαρτυρίες των συνταξιούχων, αποδίδουν τα ελλείμματα στην εισφοροδιαφυγή, στην αυξημένη ανεργία που συντελεί στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, στους «μαϊμού» συνταξιούχους  κ.λπ.  Σκόπιμα αποσιωπούν την κυριότερη αιτία της κατάρρευσης του ασφαλιστικού μας συστήματος: την καταλήστευση των αποθεματικών των Ασφαλιστικών Ταμείων που έγινε από τις κυβερνήσεις τα τελευταία εξήντα δύο χρόνια (από το 1950 έως το 2012).

Στο post  θα αναφερθώ στο θέμα αυτό με βάση παλιά δημοσιεύματα εφημερίδων, τις ιστορικές μου γνώσεις και τις προσωπικές μου εμπειρίες.

Η κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, η οποία πρωτοεμφανίστηκε στην Ελλάδα το 1836 με τη ίδρυση του Ναυτικού Απομαχικού Ταμείου (Ν.Α.Τ.), προωθήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τη Β΄ Αναθεωρητική Βουλή (1911 – 1912) και καθιερώθηκε ως θεσμός κατά την τελευταία περίοδο του Μεσοπολέμου με τη δημιουργία του «Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων» (1937), του μεγαλύτερου Ασφαλιστικού Ταμείου. Με την πάροδο του χρόνου συγκροτήθηκαν  πολλά Ταμεία κύριας και επικουρικής ασφάλισης, πρόνοιας, περίθαλψης κ.ά. Αποστολή τους είναι η παροχή σύνταξης και πρόσθετου μερίσματος επί της συντάξεως, όταν οι ασφαλισμένοι συνταξιοδοτηθούν, η παροχή εφάπαξ αποζημίωσης και η ιατροφαρμακευτική και νοσοκομειακή περίθαλψη σε περίπτωση ατυχήματος ή ασθένειας των εργαζομένων ή των συνταξιούχων. Τα έσοδά τους προέρχονται κατά κύριο λόγο από τις εισφορές των ασφαλισμένων και των εργοδοτών τους καθώς και από την αξιοποίηση των αποθεματικών τους.

Κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια τα αποθεματικά των Ασφαλιστικών Οργανισμών τοποθετούνταν από τις Διοικήσεις τους σε έντοκους καταθετικούς λογαριασμούς εμπορικών Τραπεζών. Για παράδειγμα, το 1947 ανέρχονταν σε 50 περίπου δισεκατομμύρια δραχμές και ήταν κατά το πλείστον κατατεθειμένα στην Εθνική Τράπεζα με τόκο 2%. Λόγω της χαμηλής τραπεζικής τους απόδοσης, υποστηριζόταν από τις συνδικαλιστικές ενώσεις των εργαζομένων ότι θα έπρεπε με τα χρήματα αυτά να χτιστούν κατοικίες για τη στέγαση  ασφαλισμένων εργατών και ιδιωτικών υπαλλήλων. Μάλιστα ορισμένα από τα Ασφαλιστικά Ταμεία διέθεσαν μέρος των αποθεματικών τους κεφαλαίων για την αγορά αστικών ακινήτων. Έτσι το 1947 αγοράστηκαν 10 ακίνητα συνολικής αξίας 15 δισεκατομμυρίων δραχμών (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 14ης Σεπτεμβρίου 1947).

       Ωστόσο το κράτος θεώρησε σκόπιμο να χρησιμοποιήσει τον ιδρώτα των εργαζομένων για την οικονομική του ανάπτυξη. Έτσι την 30η Δεκεμβρίου 1950 δημοσιεύτηκε ο υπ’ αριθ. 1611 Αναγκαστικός Νόμος που καθόριζε ότι από την 1η Ιανουαρίου 1951 «όλα τα επενδυόμενα υπό μορφή εντόκου καταθέσεως κεφάλαια των Ασφαλιστικών Ταμείων παρακατατίθενται υποχρεωτικώς εις την Τράπεζαν της Ελλάδος» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 11ης Μαρτίου 1951). Οι όροι της κατάθεσης ήταν δυσμενείς για τα Ασφαλιστικά Ταμεία. Ένα μέρος από τα κατατεθειμένα χρήματά τους θα ήταν άτοκο, ενώ το υπόλοιπο τοκιζόταν με 6%. Η Τράπεζα της Ελλάδας θα παραχωρούσε τα χρήματα αυτά στις εμπορικές τράπεζες και αυτές με τη σειρά τους θα τα δάνειζαν σε βιομήχανους, σε εμπόρους και άλλους επιχειρηματίες με πολύ υψηλότερο τόκο.

Το 1952 κατατέθηκε στη Βουλή νομοσχέδιο, με το οποίο προβλεπόταν ο δανεισμός του ελληνικού Δημοσίου από τα διαθέσιμα (: τα άτοκα κεφάλαια) των Ασφαλιστικών Ταμείων μέσω της Τράπεζας της Ελλάδας. Όμως ύστερα από την καθολική αντίδραση των Διοικητικών Συμβουλίων τους αναγκάστηκε ο υπουργός Οικονομικών να αποσύρει το σχετικό νομοσχέδιο (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 25ης Μαρτίου 1952).

Γενικά οι κυβερνήσεις είδαν τα αποθεματικά των Ταμείων ως ένα κεφάλαιο, το οποίο θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν προς όφελος της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Γι’ αυτό φρόντισαν να στελεχώσουν τις Διοικήσεις τους με κομματικούς τους φίλους, οι οποίοι δεν θα αντιδρούσαν στη λεηλασία των χρημάτων των εργαζομένων. Είναι χαρακτηριστική η οικονομική αιμορραγία των Ταμείων το 1978. Από το ποσό που ήταν κατατεθειμένο στην Τράπεζα της Ελλάδας  μόνο  38 δισεκατομμύρια τοκίζονταν με 6%, ενώ τα υπόλοιπα ήταν άτοκα, με την αιτιολογία ότι δήθεν χρησίμευαν ως «ταμείο κινήσεως» των Ασφαλιστικών Οργανισμών. Το τεράστιο αυτό κεφάλαιο απέφερε στα Ταμεία τόκο 2,3 δισεκατομμύρια δραχμές. Αν ληφθεί υπ’ όψη ότι το 1978 ο πληθωρισμός ανερχόταν σε 13,5% – 14%, γίνεται φανερό ότι ο λογαριασμός παρουσίασε ζημιά περίπου 8 δισεκατομμύρια δρχ. (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 30ης Νοεμβρίου 1978). 

ΙΚΑ-12

συνεχίζεται…

Advertisements

One thought on “Η λεηλασία των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από το 1950 έως το 2012 (μέρος 1ο)

  1. Pingback: Η λεηλασία των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων από το 1950 έως το 2012 (μέρος 2ο) « Χρονοντούλαπο

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s