Η εξυπηρέτηση του ελληνικού εξωτερικού χρέους κατά το παρελθόν

Την τελευταία τριετία η Ελλάδα λόγω του υπέρογκου δημόσιου χρέους της αναγκάστηκε να ενταχθεί στο «μηχανισμό στήριξης». Έτσι την οικονομική πολιτική της πλέον δεν την καθορίζει η εκλεγμένη από το λαό κυβέρνηση, αλλά οι εκπρόσωποι των δανειστών, οι οποίοι με την εφαρμογή πολιτικής σκληρής λιτότητας αποσκοπούν, όπως λένε, στην ανόρθωση της ελληνικής οικονομίας για να καταστεί το ελληνικό εξωτερικό χρέος  βιώσιμο. Παραπλήσιες καταστάσεις αντιμετώπισαν οι ελληνικές κυβερνήσεις και κατά το παρελθόν, με τη μόνη διαφορά ότι κατόρθωσαν – σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει σήμερα –  να αποφύγουν το διεθνή εξευτελισμό του κράτους.

Το 1932 η Ελλάδα αδυνατούσε να εξυπηρετήσει το εξωτερικό χρέος της και η ξένη χρηματαγορά ηρνείτο να της χορηγήσει νέα δάνεια. Έτσι ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος αναγκάστηκε να λάβει μέτρα που ουσιαστικά σήμαιναν κήρυξη της Ελλάδας σε πτώχευση. Οι αντιδράσεις του λαού οδήγησαν σε προκήρυξη εκλογών το Σεπτέμβριο του 1932, κατά τις οποίες ηττήθηκε το κόμμα των Φιλελευθέρων και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Παναγής Τσαλδάρης, ηγέτης του Λαϊκού κόμματος.

Image

Αντιβενιζελική προεκλογική γελοιογραφία

Μια από τις πρώτες ενέργειες της νέας κυβέρνησης ήταν ο διακανονισμός των χρεών του ελληνικού Δημοσίου με τους Άγγλους και Γάλλους ομολογιούχους. Επειδή η Ελλάδα βρισκόταν σε κακή οικονομική κατάσταση, ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στους δανειστές το 30% των οφειλομένων τοκοχρεολυσίων. Ο υπουργός των Οικονομικών Κωνσταντίνος  Αγγελόπουλος σε συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου το Δεκέμβριο του 1932 αντιτάχτηκε στην καταβολή και του ποσού αυτού λέγοντας ότι «εφόσον κράτη ως η Γαλλία και το Βέλγιον ηρνήθησαν να καταβάλουν τας δόσεις των, θα ήτο πολύ να ζητηθούν αύται από την πτωχήν Ελλάδα». Λίγες μέρες αργότερα παραιτήθηκε μαζί με τον υπουργό Συγκοινωνιών Γεώργιο Στράτο και τον υφυπουργό Εθνικής Οικονομίας Στέφανο Στεφανόπουλο. Το βασικό επιχείρημά τους ήταν ότι «η καταβολή του 30% θα δημιουργούσε μελλοντικές δυσχέρειες όσον αφορά τη διατροφήτου πληθυσμού της χώρας» (εφημερίδα Μακεδονία, φύλλο της 16ης Δεκεμβρίου 1932). Προτίμησαν την επιβίωση του λαού από την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ξένων κεφαλαιούχων.

Το 1949 η ελληνική κυβέρνηση, αδυνατώντας και πάλι να αποπληρώσει το χρέος της χώρας, προχώρησε μονομερώς σε στάση πληρωμής προς τους δανειστές. Το υπουργικό συμβούλιο ενέκρινε το νομοσχέδιο «περί αναστολής εξυπηρετήσεως του δημοσίου εξωτερικού χρέους» και το έστειλε για να δημοσιευτεί ως αναγκαστικός νόμος. Με το νόμο αυτό ορίζονταν ότι:

1.       Αναστελλόταν επ’ αόριστον η απόσβεση του χρέους και η καταβολή των τόκων όλων των εις χρυσόν και συνάλλαγμα εξωτερικών δανείων του ελληνικού δημοσίου.

2.       Επιμηκυνόταν ο χρόνος αποπληρωμής του εξωτερικού χρέους. ( «Εφόσον διαρκεί η αναστολή εξυπηρετήσεως του δημοσίου χρέους, επιμηκύνεται και η λήξις της παραγραφής (: της αποπληρωμής) των καθισταμένων εν τω μεταξύ ληξιπροθέσμων τοκομεριδίων των δανείων τούτων».)

3.       Απαγορευόταν στους ομολογιούχους δανειστές να χρησιμοποιήσουν ένδικα μέσα, για να τους καταβληθούν τόκοι ή κεφάλαια των δανείων. ( «Διαρκούσης της αναστολής της εξυπηρετήσεως των ως άνω δανείων, απαγορεύεται η έγερσις αγωγής και η περαιτέρω πρόοδος εγερθεισών αγωγών διά των οποίων επιδιώκεται η πληρωμή τόκων ή κεφαλαίων των εν λόγω δανείων») (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 13ης Νοεμβρίου 1949).

Το 1960 η κυβέρνηση Κ. Καραμανλή άρχισε διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους Αμερικανών ομολογιούχων για διακανονισμό των προπολεμικών δανείων της Ελλάδας. (Επρόκειτο για τα δάνεια τα οποία είχε λάβει η χώρα από την αμερικανική κυρίως χρηματαγορά το 1924 και το 1928, για να αντιμετωπίσει το προσφυγικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε από τη Μικρασιατική καταστροφή, και το 1925, για να ολοκληρώσει τα έργα ύδρευσης της Αθήνας).

Οι συζητήσεις με τους ομολογιούχους διακόπηκαν, γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν αποδεχόταν το ύψος των δανείων. Όμως με παρέμβαση των πολιτικών ηγετών των έξι κρατών που συγκροτούσαν τότε την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ.) οι συνομιλίες επανάρχισαν. Τον Αύγουστο του 1960 επήλθε κατ’ αρχήν συμφωνία μεταξύ των εκπροσώπων των Αμερικανών ομολογιούχων και του Έλληνα εκπροσώπου Γαζή, νομικού συμβούλου της Εθνικής τράπεζας. Οι δύο πλευρές συμφωνούσαν:

1.        στο ύψος του κεφαλαίου των δανείων (35.988.938 δολάρια),

2.        στην πλήρη διαγραφή των τόκων για την περίοδο ως το 1950,

3.       στη μερική διαγραφή των τόκων για την περίοδο ως τη δεκαετία του 1960. (Τα δάνεια ήταν σαραντάχρονης διάρκειας) (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 24ης Αυγούστου 1960).

Η τελική συμφωνία υπογράφηκε το 1962. Από τους οφειλόμενους τόκους από το 1933 μέχρι το 1962, οι οποίοι υπολογίζονταν σε 54.836.938 δολάρια, διαγράφηκαν συνολικά 50.752.138, ενώ το υπόλοιπο ποσό κεφαλαιοποιήθηκε (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 20ης Οκτωβρίου 1962).

Εν κατακλείδι, κατά το παρελθόν οι ελληνικές κυβερνήσεις, όταν αντιμετώπιζαν δυσχέρειες στην αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων, διαπραγματεύονταν σκληρά με τους δανειστές με γνώμονες πάντοτε το δημόσιο συμφέρον και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Αντίθετα οι τωρινές κυβερνήσεις, μπροστά στον κίνδυνο χρεοκοπίας  της χώρας, δεν έχουν διαπραγματευτικές δυνατότητες. Έτσι υπογράφουν μνημόνια που τους επιβάλλουν οι εκπρόσωποι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και τα οποία επιτείνουν τα οικονομικά προβλήματα του κράτους, περιορίζουν την εθνική ανεξαρτησία, διαρρηγνύουν τον κοινωνικό ιστό, εξαθλιώνουν το λαό και σε τελική ανάλυση αυξάνουν το εξωτερικό χρέος με το διαρκή δανεισμό.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s