Ποιοι τα έφαγαν;

        Κατά τα πρώτα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή τα προβλήματα που αντιμετώπιζε το ελληνικό κράτος είχαν διογκωθεί κυρίως λόγω της οικονομικής δυσπραγίας του, η οποία ήταν αποτέλεσμα της άφιξης 1.230.000 προσφύγων από τη Μ. Ασία και την Α. Θράκη. Η νομισματική αστάθεια και ο αυξανόμενος πληθωρισμός μείωναν το εισόδημα των εργαζομένων που, αντιδρώντας στην οικονομική τους εξαθλίωση, κατέφευγαν σε συνεχείς απεργίες, τις οποίες οι κυβερνήσεις τις αντιμετώπιζαν με αντιλαϊκά μέτρα. Αυτή την έκρυθμη κατάσταση εκμεταλλεύτηκε ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος και με κίνημα ανέτρεψε την κυβέρνηση του Ανδρέα Μιχαλακόπουλου (Ιούνιος 1925). Ακολούθως διέλυσε τη Βουλή και ανάγκασε σε παραίτηση τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Παύλο Κουντουριώτη (Μάιος 1926). Ο Πάγκαλος, μετά την εδραίωσή του στην εξουσία, ανακηρύχτηκε Πρόεδρος μετά από παρωδία εκλογών και κυβέρνησε δικτατορικά.

        Η δικτατορία του Πάγκαλου γελοιοποίησε κάθε έννοια κράτους και καταρράκωσε το διεθνές κύρος της Ελλάδας. Ο δικτάτορας έφθασε στο σημείο να αυτοπαρασημοφορηθεί με το μεγαλόσταυρο του Σωτήρος(!) και να εξαπολύσει διωγμό τόσο εναντίον της κοντής γυναικείας φούστας(!) όσο και κατά των κομμουνιστών και άλλων δημοκρατικών πολιτών, οι οποίοι εξορίστηκαν σε ξερονήσια (Β. Σκουλάτου – Ν. Δημακόπουλου – Σ. Κόνδη, Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, τεύχος Γ΄, Ο. Ε. Δ. Β., Αθήνα 2000, σελ. 200).

Image  Θεόδωρος Δ. Πάγκαλος

 

         Και ενώ ο δικτάτορας ευαγγελιζόταν υποκριτικά την κάθαρση της δημόσιας ζωής, κατά τη δεκατετράμηνη παραμονή του στην εξουσία πολλά κυβερνητικά στελέχη αναμίχθηκαν σε οικονομικά σκάνδαλα, τα οποία αποκαλύφθηκαν μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, τον Αύγουστο του 1926. Βασιζόμενος σε δημοσιεύματα της περιόδου 1926 – 1930 θα αναφερθώ αδρομερώς σε ορισμένα από αυτά:

1.       Σύμβαση για την προμήθεια ρωσικών σιτηρών. Η συμφωνία αυτή, για την οποία αργότερα παραπέμφθηκε σε δίκη ο υφυπουργός Εσωτερικών της δικτατορικής κυβέρνησης Γ. Βογόπουλος, ήταν τόσο σκανδαλώδης και επιζήμια για το ελληνικό δημόσιο, ώστε είχε προκαλέσει τις αντιδράσεις ορισμένων έντιμων κυβερνητικών στελεχών ( εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 24ης Μαρτίου 1930).

2.       Επιζήμια για το ελληνικό δημόσιο σύμβαση αναφορικά με την εκμετάλλευσης της χαρτοπαικτικής λέσχης Ελευσίνας. Το σκάνδαλο αυτό ήταν από τα μεγαλύτερα που συνέβησαν κατά την περίοδο της δικτατορίας του Θ. Πάγκαλου. Την 11η Φεβρουαρίου 1926 έγινε πλειοδοτικός διαγωνισμός για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης του καζίνου Ελευσίνας. Ο υφυπουργός Εσωτερικών Γ. Βογόπουλος, ενεργώντας σε βάρος των συμφερόντων του Δημοσίου, με την υπ’ αριθ. 5.600 απόφασή του παραχώρησε την εκμετάλλευση της χαρτοπαικτικής λέσχης Ελευσίνας στον Δ. Κοτζαμάνη αντί 3.925.000 δραχμών, ενώ υπήρχαν πλειοδότες για ποσά 7.000.000, 6.900.000, 5.090.000 και 4.660.000 δραχμών. Έτσι το Νοέμβριο του 1926, όταν πλέον είχε αποκατασταθεί η δημοκρατία, του αποδόθηκε η κατηγορία ότι εκ προθέσεως έβλαψε τα συμφέροντα της Επικρατείας κατά παράβασιν του άρθρου 2, παράγραφος 2 του Νόμου ΦΠΣΤ΄ του 1877 «περί ευθύνης υπουργών». Παράλληλα κατηγορήθηκε και ο ίδιος ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος ότι παρακίνησε τον Γ. Βογόπουλον «εις εκτέλεσιν της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 23ης Νοεμβρίου 1926). Με το σκεπτικό αυτό η προανακριτική επιτροπή της Βουλής  καταλόγισε στον Θ. Πάγκαλο ηθική αυτουργία «εις την υπό του Βογοπούλου βλάβην εκ προθέσεως των συμφερόντων της Δημοκρατίας, ήτοι επί παραβάσει του περί ευθύνης υπουργών νόμου» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 14ης Ιουνίου 1928).

     Η δίκη έγινε το 1930 ενώπιον τριακονταμελούς επιτροπής της Γερουσίας. Ο δικτάτορας κατά την απολογία του αρνήθηκε την κατηγορία που του είχε αποδοθεί λέγοντας ότι οι υπουργοί είναι υπεύθυνοι κατά το σύνταγμα διά τας πράξεις των. « Αλίμονον εάν ο Πρόεδρος εκάστης Κυβερνήσεως θεωρείται ως υπεύθυνος διά πράξεις υπουργών. Είναι συνυπεύθυνος εις ζητήματα εξωτερικής φύσεως» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 5ης Απριλίου 1930).

    Κατά την ακροαματική διαδικασία όλοι σχεδόν οι μάρτυρες καταλόγισαν ευθύνη για το σκάνδαλο στον υφυπουργό Εσωτερικών Γ. Βογόπουλο και όλοι τόνισαν ότι ο διαγωνισμός για την παραχώρηση της εκμετάλλευσης της χαρτοπαικτικής λέσχης Ελευσίνας αφενός δεν ήταν σύννομος (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 2ας Απριλίου 1930), και αφετέρου ήταν επιζήμιος για το Δημόσιο (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 24ης Μαρτίου 1930).

     Κατά τον καταλογισμό ευθυνών στο Θ. Πάγκαλο οι μαρτυρικές καταθέσεις ήταν εκ διαμέτρου αντίθετες. Ορισμένοι μάρτυρες κατηγορίας έκαναν λόγο:

α. για παράνομο πλουτισμό του Θ. Πάγκαλου,

β. για «σίτιση» από το καζίνο συγγενών και φίλων του,

γ. για εγκατάσταση του καζίνου σε οικία συγγενούς του, έναντι αδρού ενοικίου κ. ά. (Βλέπε περισσότερα στις εφημερίδες ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 24ης Μαρτίου 1930, ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 24ης Μαρτίου 1930, ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 27ης Μαΐου 1929). Βέβαια οι κατηγορίες αυτές φαίνονται υπερβολικές. Ίσως οφείλονταν σε προσωπικές αντιπάθειες. Ίσως όμως ορισμένες να ευσταθούσαν.

     Οι μάρτυρες υπεράσπισης, όλοι προσωπικοί φίλοι του δικτάτορα και οι περισσότεροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι κατά τη δεκατετράμηνη παραμονή του στην εξουσία, προσπάθησαν να τον εξιδανικεύσουν.

      Η δίκη διήρκεσε περίπου τρεις μήνες. Την 26η Ιουνίου 1930 εκδόθηκε η απόφαση της τριακονταμελούς επιτροπής της Γερουσίας, η οποία ήταν καταδικαστική για τους δικασθέντες. ( Για περισσότερα στοιχεία βλέπε εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 27ης Ιουνίου 1930).

3.       Σύμβαση για την αγορά γερμανικών στρατιωτικών οχημάτων

       Κατά την περίοδο 1925 – 1926, και ενώ η χώρα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, η ηγεσία του υπουργείου Στρατιωτικών αποφάσισε να παραγγείλει 500 περίπου στρατιωτικά φορτηγά αυτοκίνητα. Τότε διάφοροι βιομηχανικοί οίκοι υπέβαλαν προτάσεις στο ελληνικό υπουργείο Στρατιωτικών. Από την εξέταση των προσφορών αυτών προέκυψε ότι οι γαλλικοί, αγγλικοί και ιταλικοί οίκοι θα κατασκεύαζαν τα αυτοκίνητα αυτά αντί 80.000.000 δραχμών, ενώ οι γερμανικοί αναλάμβαναν να τα κατασκευάσουν αντί 138.000.000 δραχμών, πληρωτέων όμως από τις γερμανικές επανορθώσεις. (Τα ποσά που έπρεπε να καταβάλει η Γερμανία στο ελληνικό κράτος για τις καταστροφές που είχαν κάνει τα στρατεύματά της στη Μακεδονία κατά τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο).

       Η Μεταγωγική Υπηρεσία του Στρατού ζήτησε να γίνει μειοδοτικός διαγωνισμός, αλλά προτιμήθηκε να ανατεθεί η παραγγελία στο γερμανικό οίκο Μπίρκφελδ άνευ διαγωνισμού και με όρους εξοντωτικούς για το ελληνικό Δημόσιο. Συγκεκριμένα:

α. Το συνολικό κόστος θα ανερχόταν σε 7.322.500 χρυσά μάρκα, δηλαδή σε 138 εκατομμύρια δραχμές.

β. Θα έπρεπε να προκαταβληθεί το 1/40 του συνολικού τιμήματος και να πληρωθούν τα 3/40 εντός έξι (6) μηνών από την υπογραφή της σύμβασης «διά συναλλαγματικών του ελληνικού κράτους τριτεγγυούμενων υπό της Εθνικής Τράπεζας».

      Ο υφυπουργός των Στρατιωτικών Νίδερ, ένας κατά τ’ άλλα εξαίρετος στρατιωτικός, δεν είχε υπογράψει αρχικά τη σύμβαση, ίσως γιατί έκρινε ότι αυτή ήταν ασύμφορη. Ύστερα όμως από συζήτηση με τον τότε υπουργό Οικονομικών Τανταλίδη ότι ο Θεόδωρος Πάγκαλος ήταν υπέρμαχος της σύμβασης, ο Νίδερ κάμφθηκε και την υπέγραψε. Ακολούθως το υπουργείο των Στρατιωτικών έδωσε ως προκαταβολή στο γερμανικό οίκο ποσό 15.000.000 περίπου δραχμών.

       Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας ο τότε υπουργός των Εξωτερικών Α. Μιχαλακόπουλος, καταθέτοντας  το 1928 στην προανακριτική επιτροπή της Βουλής, που συζητούσε για το σκάνδαλο της παραγγελίας των γερμανικών στρατιωτικών φορτηγών αυτοκινήτων από τη δικτατορική κυβέρνηση Πάγκαλου, έθιξε και άλλες αρνητικές πτυχές της σύμβασης αυτής. Σύμφωνα με τις γενικές  συνθήκες ειρήνης που υπογράφηκαν μετά τη λήξη του Α΄ παγκόσμιου πολέμου  απαγορευόταν η εξαγωγή από τη Γερμανία στρατιωτικού υλικού. Αυτό δημιουργούσε τριβές ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και στην Επιτροπή Επανορθώσεων αναφορικά με τη δυνατότητα υλοποίησης της σύμβασης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ελληνικό Δημόσιο ξόδεψε 15.000.000 δραχμές χωρίς να παραλάβει ούτε ένα αυτοκίνητο (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 21ης Ιουνίου 1928).

     Για την υπόθεση αυτή απαγγέλθηκε κατηγορία κατά του Κ. Νίδερ «επί απιστία περί την διενέργειαν δημοσίας υπηρεσίας και επί παραβάσει του νόμου περί ευθύνης υπουργών», κατά του Τανταλίδη ως συνεργού και κατά του Θεόδωρου Πάγκαλου ως ηθικού αυτουργού στα προαναφερθέντα αδικήματα (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλα της 14ης Ιουνίου 1928 και της 1ης Απριλίου 1930 και εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 23ης Μαρτίου 1929).

   ΕΠΙΛΟΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ:  Στο δημοσίευμά μου αναφέρθηκα σε τρία από τα σκάνδαλα που συνέβησαν κατά την περίοδο της δικτατορίας του Θ. Πάγκαλου. Υπήρξαν όμως και άλλα ( σύμβαση του Δημοσίου με την εριουργία Κιρκίνη για την προμήθεια ιματισμού στον ελληνικό στρατό, σύμβαση για την αγορά ταχυδρομικών βαγονιών, σκανδαλώδεις συμβάσεις για την εκτέλεση δημόσιων έργων σε Ζάκυνθο, Κεφαλονιά, Κρήτη και αλλού, παραβίαση του νόμου «περί συναλλάγματος» που απέφερε τεράστια κέρδη σε Έλληνα μεγαλοεπιχειρηματία της εποχής εκείνης και μετέπειτα «ευεργέτη» (βλέπε εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 14ης Ιουνίου 1928)κ. ά.), τα οποία έβλαψαν οικονομικά το ελληνικό Δημόσιο. Τα σκάνδαλα αυτά οφείλονταν ή σε ιδιοτέλεια ορισμένων πολιτικών ή σε πελατειακές σχέσεις ή σε πιέσεις που δέχονταν από οικονομικούς παράγοντες του  εσωτερικού και του εξωτερικού.

Advertisements

One thought on “Ποιοι τα έφαγαν;

  1. Pingback: «Η επίσημος αγχόνη του Παγκάλου» | Χρονοντούλαπο

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s